
Priest Simulator: Vampire Show | Review
Ευλογία Κυρίου και έλεος…!
Ειλικρινά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βάλουμε σε μια σειρά όσα είδαμε σε έναν τίτλο με το όνομα “Priest Simulator” απλά και μόνο γιατί το παιχνίδι είναι τόσο τρελό, που δεν ξέρει κανείς από πού να το πιάσει. Μιας και έχουμε να κάνουμε με έναν τόσο ιδιαίτερο και αρκετά καυστικό σε θέμα και ύφος τίτλο, ίσως θα μπορούσαμε να αρχίσουμε από το βασικό σενάριο. Ναι, είναι λίγο δύσκολο να πιστέψουμε ότι γράφουμε αυτά που θα ακολουθήσουν, αλλά “bear with us”, όπως λένε και οι ξένοι.
Η ιστορία ακολουθεί τον Orlok, έναν βρικόλακα από την Κόλαση με ιδιαίτερες υπερδυνάμεις. Μετά από μια δυσλειτουργία σε ένα ασανσέρ (ναι, σωστά διαβάσατε) και μια σειρά από αλλόκοτα γεγονότα, ο Orlok καταλήγει στον θνητό κόσμο και συγκεκριμένα στο San de Ville, ένα απομονωμένο και παρακμιακό χωριό της πολωνικής υπαίθρου. Εκεί, ένας ιερέας–απατεώνας ονόματι “Torpedo” του κάνει εξορκισμό, αφαιρώντας τις δαιμονικές δυνάμεις του. Ο Torpedo εκβιάζει τον Orlok και τον αναγκάζει να μεταμφιεστεί σε ιερέα της ενορίας για να δείξει στους ντόπιους τη “δύναμη της πίστης”.

Ο Orlok είναι αναγκασμένος να ανακαινίσει την κατεστραμμένη εκκλησία, να ακούει εξομολογήσεις και να κάνει εξορκισμούς. Ταυτόχρονα, το χωριό βρίσκεται σε έναν απόλυτο ιερό πόλεμο ανάμεσα σε δύο φατρίες: τους Christianists (Χριστιανούς) και τους Shatanists (έτσι γράφονται επίτηδες στο παιχνίδι οι Σατανιστές, για χάρη της κωμικής και σατιρικής πλευράς του τίτλου).
Για να πάρει πίσω τις δυνάμεις του και να βρει τρόπο να επιστρέψει στην Κόλαση, ο Orlok πρέπει να πολεμήσει τις ορδές των Shatanists και να σώσει τους χωρικούς από δαιμονικά τοτέμ και όχι μόνο, τα οποία τους είχε πουλήσει ο προηγούμενος παπάς του χωριού. Όλο αυτό παρουσιάζεται με ιδιαίτερο τρόπο μέσω ενός σατιρικού mockumentary.

Είστε ακόμα εδώ; Ωραία. Ας συνεχίσουμε με το gameplay και τι θα κάνει ο “θαρραλέος” παίκτης που θα πιάσει αυτό το παιχνίδι. Το Priest Simulator είναι ένα FPS, το οποίο δεν έχει κλασικά όπλα. Έχει μπει αρκετή φαντασία, πάντα μέσα από το κωμικό πρίσμα, και τα όπλα είναι αρκετά και διαφορετικά μεταξύ τους. Βέβαια, αν και ο τίτλος “σπρώχνει” τον παίκτη να δοκιμάσει όλα τα όπλα, από ένα σημείο και μετά είναι σχεδόν σίγουρο ότι αυτός θα βρει αυτά που του ταιριάζουν και θα μείνει εκεί.
Τα όπλα αναβαθμίζονται στο κελάρι της εκκλησίας, αλλά χρειάζονται ένα συστατικό που το παιχνίδι ονομάζει “Black Metal”, το οποίο συνήθως είναι… ηχητικές κασέτες που βρίσκει ο παίκτης στον κόσμο (ελπίζουμε να πιάσατε το αστείο).

Ο χάρτης είναι τύπου open world, αλλά όχι ιδιαίτερα μεγάλος. Είναι όσο πρέπει ώστε να μην χρειάζεται δέκα λεπτά για να πας από το ένα σημείο στο άλλο. Το πρόβλημα είναι ότι οι αποστολές δεν κάνουν κάτι ιδιαίτερο με αυτόν τον ανοιχτό κόσμο. Τις περισσότερες φορές ο παίκτης παίρνει ένα quest, πηγαίνει σε ένα άλλο σημείο να κάνει κάτι (συνήθως να σκοτώσει εχθρούς ή να μιλήσει με κάποιον) και επιστρέφει πίσω για να το ολοκληρώσει. Αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των βασικών αποστολών.
Υπάρχουν επίσης τα γνωστά “σηματάκια” στον χάρτη για το λεγόμενο “map cleaning” αν κάποιος θέλει να δώσει παραπάνω χρόνο στον τίτλο. Ένα ακόμα αρνητικό στοιχείο, και κάτι που μάλλον δείχνει την απειρία του studio, είναι το ότι η βασική ιστορία κλειδώνει τον παίκτη δύο φορές στο να κάνει “map cleaning” δραστηριότητες για να συνεχίσει. Αυτό δυστυχώς μετράει κατά του τίτλου, καθώς τέτοιες δραστηριότητες καλό θα ήταν να υπάρχουν μόνο για όσους θέλουν να ασχοληθούν παραπάνω και όχι για να “φουσκώνουν” το campaign.

Από κάποιο σημείο και μετά ο παίκτης αποκτά και αυτοκίνητο. Από την εμπειρία μας, καλύτερα να μην το χρησιμοποιήσετε πολύ. Σε οδηγεί μεν στον προορισμό σου ταχύτερα, αλλά οι μηχανισμοί οδήγησης είναι στην καλύτερη περίπτωση μέτριοι, με το αυτοκίνητο να κολλάει σε πολλά αντικείμενα, κάνοντας τελικά το περπάτημα πιο γρήγορη λύση. Όταν ανοίγει και το δεύτερο, μικρό μέρος του χάρτη, υπάρχει και fast travel, αλλά μόνο μεταξύ δύο περιοχών. Εκεί προστίθενται και περισσότεροι τύποι εχθρών.
Το καλό με τις δραστηριότητες του τίτλου είναι ότι είναι ποικίλες. Δεν έχουμε πολλά mini games, αλλά είναι αρκετά ώστε να μη νιώθει ο παίκτης ότι κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Για παράδειγμα, η εξομολόγηση είναι ένα mini game όπου ο πιστός λέει την αμαρτία του και ο Orlok πρέπει να επιλέξει (μέσω βιβλίων που έχει βρει) την κατάλληλη αντίδραση: συγχώρεση, προφορική επίπληξη ή κάποια τιμωρία.

Άλλο παράδειγμα είναι ο εξορκισμός. Σε αυτό το mini game ο Orlok πηγαίνει στα σπίτια των “δαιμονισμένων” όπου εκεί έχει περιορισμένο χρόνο για να καταστρέψει δαιμονικά τοτέμ, να βάλει “άγια” τοτέμ στη θέση τους και να ισιώσει ανάποδους σταυρούς. Μετά βρίσκει τον δαιμονισμένο και λέει το “ξόρκι” (το οποίο πάντα είναι κάποια αστεία ατάκα που διακωμωδεί τις ταινίες με “δαιμονισμένους”).
Όλα αυτά, φυσικά, μέσα από το πρίσμα της κωμωδίας, δεν υπάρχει τίποτα το τρομακτικό στον τίτλο. Υπάρχουν και κάποια boss fights, όχι πολλά, αλλά κάθε boss έχει τουλάχιστον μια διαφορετική επίθεση και σε κάποια ο παίκτης πρέπει να βρει το τι πρέπει να κάνει για να τα χτυπήσει.

Περνώντας στα τεχνικά, ο τίτλος δεν έχει μεγάλο budget και αυτό φαίνεται από την αρχή. Το καλό είναι ότι οι δημιουργοί προσπαθούν να “παίξουν” με αυτό, μετατρέποντας πολλές αδυναμίες σε κωμικές στιγμές, κάτι που τις περισσότερες φορές λειτουργεί. Ωστόσο, μετά από κάποιο σημείο ίσως κουράσει. Οι χαρακτήρες είναι ιδιαίτερα πλασμένοι (οπτικά και ως προσωπικότητες) και κατάλληλοι για τον χιουμοριστικό κόσμο του τίτλου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι θυμίζει παιχνίδι του Suda51, αλλά με πολύ λιγότερα χρήματα στην παραγωγή. Τα voice overs κινουνται στο ίδιο επίπεδο: όχι καλά, αλλά το παιχνίδι κάνει πλάκα με αυτό αντί να το κρύψει. Και αυτό, όμως, ίσως κουράσει μετά από λίγο.
Ο χειρισμός στο Xbox controller λειτουργεί πολύ καλά. Αυτό είναι κάτι που αξίζει να αναφερθεί, μιας και ο τίτλος ξεκίνησε ως PC release και έχουμε δει πολλές φορές κακές μεταφορές του πληκτρολογίου / ποντικιού σε χειριστήρια από μικρά studios.

Μαζί με το βασικό παιχνίδι είχαμε την ευκαιρία να δούμε και το DLC Her Ghost, που αφορά την Tooth Fairy (Νεράιδα των Δοντιών). Δεν προσφέρει κάτι καινούργιο πέρα από μερικές επιπλέον αποστολές (ίδιες με άλλες του παιχνιδιού) και ένα μικρό νέο story.
Τελικώς, το Priest Simulator: Vampire Show είναι ένας τίτλος που περισσότερο θέλει να σατιρίσει και να διακωμωδήσει, παρά κάτι άλλο. Δυστυχώς για το ίδιο, παραμένει παιχνίδι, και ως παιχνίδι πρέπει να κριθεί. Από πλευράς κωμωδίας τα πάει αρκετά καλά, και το mockumentary στοιχείο είναι κάτι που έχουμε δει ελάχιστες φορές στα videogames.
Από πλευράς gameplay και εξέλιξης, όμως, δεν μπορούμε να πούμε ότι “παίρνει το ίδιο μονοπάτι”. Ίσως με μεγαλύτερο budget να είχαμε κάτι καλύτερο και σε αυτόν τον τομέα, γιατί φαίνεται πως οι δημιουργοί έχουν φαντασία. Με αυτό που έχουμε στα χέρια μας, όμως, ίσως θα ήταν χρήσιμο να δείτε κάποιο gameplay πριν προβείτε σε αγορά.
Το Priest Simulator: Vampire Show κυκλοφορεί για Xbox Series από τις 7/5/26 (για PS5 και PC ήταν διαθέσιμο παλαιότερα). Το review μας βασίστηκε σε review code που λάβαμε από την Ultimate Games.