
007 First Light | Review
I've been expecting you, Mr. Bond.
Ένα ελικόπτερο καταρρίπτεται πάνω από την Ισλανδία, το πλήρωμα χάνεται και ο Bond βρίσκεται μόνος σε εχθρικό έδαφος με μια φρέσκια ουλή. Δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει υποστήριξη, μόνο κάποιοι επιστήμονες σε αιχμαλωσία και ένας άνθρωπος που αποφασίζει μόνος του να κάνει κάτι γι’ αυτό. Αυτός είναι ο Bond ή, μάλλον, αυτός είναι ο άνθρωπος που θα καταλήξει να είναι ο Bond.
Δεκατέσσερα χρόνια. Τόσα έχουν περάσει από το τελευταίο παιχνίδι Bond, και το 007 First Light ξεκινά με μια λεπτομέρεια – και ένα κλείσιμο του ματιού – για τους πιστούς αναγνώστες του Fleming: την ουλή στο μάγουλο. Η ΙΟ ξεκινάει το origin story του James, με σεβασμό στο παρελθόν του.

Υπάρχει μια σκηνή στα μέσα του 007 First Light που βγάζει τον παίκτη τελείως εκτός του ρυθμού του παιχνιδιού. Ο Bond – νέος, άπειρος, ακόμα μαθαίνει πώς να γίνει αυτό που θα καταλήξει να είναι – πρέπει να δέσει για πρώτη φορά στη ζωή του, το παπιγιόν του. Ο Q τον καθοδηγεί, από απόσταση, βήμα βήμα, με ηρεμία δασκάλου και βρετανικό φλεγματικό χιούμορ, μέσα από μια αδικαιολόγητα μακρόσυρτη αλυσίδα QTE’s. Είναι γελοίο. Είναι τρυφερό. Και είναι, ειλικρινά, ό,τι πιο Bond έχει εμφανιστεί σε video game εδώ και πολλά χρόνια.
Γιατί αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα με τον James Bond: δεν αρκεί να τον προσθέσεις σε ένα παιχνίδι. Πρέπει να τον καταλάβεις. Ο Fleming τον έπλασε ως έναν άνθρωπο που ζει σε μια μόνιμη αντίφαση – φονικό εργαλείο και ανθρώπινος, κυνικός και ευάλωτος, κομψός στην επιφάνεια και βαθιά κουρασμένος από κάτω. Οι ταινίες τον κατέστησαν μύθο: ο Connery του έδωσε τη βεβαιότητα του ανθρώπου που δεν φαντάζεται ποτέ το πώς είναι να χάνει, ο Craig τον αποκαθήλωσε και τον ξανάχτισε πληγωμένο και πιο θνητό.

Τα παιχνίδια, όμως, σπάνια κατάφεραν να φτάσουν πέρα από την επιφάνεια. Το GoldenEye του ’97 ήταν επανάσταση στο πώς παίζεις, όχι στο ποιον ενσαρκώνεις. Το Everything or Nothing του 2003 πλησίασε κάπως – ο Brosnan, η Dench, μια αίσθηση ότι κάποιος επιτέλους πήρε το franchise στα σοβαρά. Κι ύστερα η σιωπή. Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Το 007 First Light δεν ήρθε απλώς να γεμίσει αυτό το κενό. Ήρθε να απαντήσει σε μια ερώτηση που κανείς δεν είχε τολμήσει να κάνει πιο πριν, τουλάχιστον όχι στα video games: ποιος ήταν ο James Bond πριν γίνει αυτό που ξέρουμε;
Ο Bond του First Light δεν έχει αποκτήσει ακόμα τον εμβληματικό αριθμό του. Είναι ένας 26χρονος αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού – παρορμητικός, ελαφρώς υπερόπτης, με ένα χαμόγελο που εκνευρίζει τους ανθρώπους που δεν πρέπει να εκνευρίζει.

Ύστερα από ένα περιστατικό στην Ισλανδία που θα μπορούσε κάλλιστα να τελειώσει την καριέρα του αλλά καταλήγει να την ανοίξει διάπλατα, η MI6 τον στρατολογεί στο αναβιωμένο πρόγραμμα Double-0. Από εκεί αρχίζει ένα ταξίδι που περνά από εντατική εκπαίδευση στη Μάλτα, αποστολές σε τρεις ηπείρους, και μια σκοτεινή συνωμοσία που πυροδοτείται όταν ένας πρώην πράκτορας της MI6 επανεμφανίζεται – με όχι πολύ καλές προθέσεις.
Το σενάριο έχει τον χαρακτήρα του Casino Royale – όχι μόνο της ταινίας, αλλά και του βιβλίου. Εκείνη η ψυχρή επίγνωση ότι ο Bond είναι ένα όπλο που μαθαίνει να διαχειρίζεται τη δική του δύναμη. Ο Patrick Gibson δανείζει την εμφάνιση, τη φωνή του και κάτι ακόμα δυσκολότερο να ορίσει κανείς – παρουσία, βαρύτητα, βάθος. Ο Bond του είναι αυθάδης χωρίς να γίνεται αντιπαθής, με αυτοπεποίθηση και αυταρέσκεια, χωρίς όμως να βαριέσαι ή να κουράζεσαι να τον ακολουθείς. Κάνει λάθη. Βγαίνει τσακισμένος από σκηνές που αλλού θα τελείωναν σε ηρωικό freeze-frame. Και σιγά σιγά, μέσα από άπειρες μικρές στιγμές, αρχίζεις να καταλαβαίνεις πώς γίνεται κάποιος 007.

Ο Fleming έγραψε ότι ο Bond μπαίνει σε κάθε δωμάτιο γνωρίζοντας ότι είναι το πιο επικίνδυνο πρόσωπο εκεί – και ότι αυτό δεν του δίνει χαρά, απλώς είναι γεγονός. Αυτή η βαριά, ήσυχη βεβαιότητα είναι κάτι που ο Gibson αποδίδει με αφοπλιστικό τρόπο.
Γύρω του, ο κόσμος είναι γεμάτος φίλους και εχθρούς, συμμάχους και ανταγωνιστές, όπως θα περίμενε κανείς για franchise αυτής της κλίμακας. Στην εκπαίδευση, ο Bond δουλεύει πλάι στη Cressida και τον Monroe, δύο ακόμα υποψήφιους πράκτορες που γίνονται κάτι μεταξύ συνεργατών και φίλων, με μια δυναμική που μοιάζει αμέσως αληθινή, ανθρώπινη, ελαφρώς ανταγωνιστική, με χιούμορ που δεν μοιάζει βεβιασμένο αν και μάλλον σε μερικά σημεία είναι.

Δίπλα τους, υπεύθυνος για όλο αυτό το πρόγραμμα εκπαίδευσης και μέντορας τους, ο Greenway, ο Lennie James σε μια ερμηνεία που κλέβει την παράσταση σε κάθε σκηνή: ένας πρώην πράκτορας 00, ο οποίος έχει δει και έχει ζήσει υπερβολικά πολλά και δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν αυτό τον κάνει σοφότερο ή απλά κουρασμένο. Η αμφιταλάντευσή της δυναμικής του με τον νεαρό James, ανάμεσα σε μια σχέση μαθητή / μέντορα – εκάστοτε και ανταγωνιστή με σκοπό να τον πιέσει στα άκρα – είναι ένα από τα πιο καλοχτισμένα στοιχεία ολόκληρης της ιστορίας.
Η Moneypenny αυτή τη φορά είναι κάτι παραπάνω από μια γραμματέας: έχει υπόβαθρο, παρελθόν, ρόλο που μετράει στην πλοκή. Ο Lenny Kravitz ως Bawma έχει την απρόβλεπτη, αδιόρατα απειλητική παρουσία που απαιτεί ο ρόλος του αν και το παιχνίδι δεν του αφιερώνει τον χρόνο που ίσως θα άξιζε στον χαρακτήρα του.

Γενικότερα, οι ανταγωνιστές του Bond είναι το σημείο όπου το σενάριο δεν φτάνει στο ύψος των προσδοκιών μας: ενδιαφέρουσες φιγούρες που μένουν ελαφρώς σκιαγραφημένες, με κίνητρα που δεν ξεδιπλώνονται πλήρως παρά μόνο αν ψάξετε για collectibles και έγγραφα. Σίγουρα το αρχέτυπο των Bond villans ίσως περιόρισε την ομάδα ανάπτυξης σε αυτό το κομμάτι.
Παρόλα αυτά, το σενάριο στο σύνολό του πετυχαίνει αυτό που σκοπεύει: είναι τολμηρό, γεμάτο ανατροπές που δεν θα δείτε πάντα ότι έρχονται, και αρκετά σκοτεινό για το είδος που θέλει να υπηρετήσει. Δεν προσεγγίζει πάντα με ασφάλεια τον Bond, τον αφήνει να αποτύχει, να χάσει, να αμφιταλαντευτεί. Αυτό είναι σπάνιο στο franchise και ακόμα σπανιότερο για παιχνίδι αυτής της εμπορικής βαρύτητας και μεγέθους.

Η IO Interactive δούλεψε πάνω από δέκα χρόνια για να χτίσει τη τριλογία του Hitman σε κάτι που μοιάζει με καλοκουρδισμένο ρολόι: sandbox επίπεδα, με διαδρομές, ευκαιρίες και δεκάδες τρόπους να εκτελέσετε τον στόχο σας και να ολοκληρώσετε την αποστολή σας. Ο Agent 47 ήταν ο τέλειος κάτοικος αυτού του κόσμου. Ψυχρός, ευέλικτος, απελευθερωμένος από κάθε ιστορία που θα τον βάραινε. Ο Bond δεν λειτουργεί έτσι. Και το First Light το ξέρει.
Αντί να «χαλαρώσει» τη φόρμουλα των Hitman μέχρι να χωρέσει μέσα της ο Bond, η IO έφτιαξε κάτι πιο κινηματογραφικό: δομημένες αποστολές που εναλλάσσουν ανοιχτές ζώνες εξερεύνησης με εντυπωσιακά -τις περισσότερες φορές- set pieces, καταδιώξεις και μάχες σώμα με σώμα. Στα sandbox επίπεδα – που λάμπουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο παιχνίδι – η ελευθερία προσέγγισης είναι πραγματική: stealth, social engineering, ή ανοιχτή σύγκρουση.

Και υπάρχει κι η τέταρτη οδός, η πιο «Flemingική» από όλες: να ακούτε κρυφά συνομιλίες, να μαζεύετε πληροφορίες και να μπαίνετε σε φρουρούμενα σημεία με συζήτηση αντί για βία. Όταν ξεπερνάτε ένα εμπόδιο που σας εμπόδιζε επανειλημμένα, απλώς επειδή προσέξατε ένα αντικείμενο, ακούσετε μια συζήτηση που σας οδήγησε σε μια εναλλακτική διαδρομή ή βρείτε ένα στοιχείο στο διπλανό δωμάτιο που ξεκλειδώνει την αναζήτησή σας, τότε νιώθετε ακριβώς αυτό που υπόσχεται το παιχνίδι: ότι σκέφτεστε και πράττετε σαν ένας μυστικός πράκτορας.
Τα gadgets λειτουργούν με την ίδια λογική. Από το τηλέφωνο που εκτοξεύει αναισθητικό ως την κάμερα με EMP, από το στυλό-εκτοξευτήρα ως το Q-Watch που χακάρει κλειδαριές και κάμερες, δεν είναι απλώς εργαλεία, είναι μεταβλητές που αλλάζουν τη λογική και την προσέγγιση σε κάθε χώρο.

Κάθε φορά που ξεκλειδώνετε κάτι νέο, σκέφτεστε αμέσως πού θα μπορούσε να είχε βοηθήσει σε κάποια προηγούμενη αποστολή. Η «φαρέτρα» των gadgets αποκαλύπτεται σταδιακά, κάτι που δένει ωραία με την origin story λογική που έχει ο τίτλος, αν και σε μερικά σημεία, ειδικά στην αρχή, σίγουρα θα νιώσετε ότι δουλεύετε με δεμένα χέρια λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται.
Η μάχη σώμα με σώμα είναι μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις. Το melee σύστημα θυμίζει Batman Arkham στη ροή, έχοντας αδρή, γήινη αίσθηση. Δεν πετάτε τους εχθρούς εύκολα, τους αντιμετωπίζετε με οικονομία κινήσεων, μελετώντας και συνυπολογίζοντας το περιβάλλον και τα εργαλεία που σας προσφέρει. Συνδυασμός επιθέσεων, αποκρούσεις, αποφυγές, όλο το ρεπερτόριο είναι στη διάθεσή σας, και όσο εξελίσσεται η ιστορία, εξελίσσεται και το κινησιολόγιο του Bond.

Το σύστημα μάχης έχει βάθος που αποκαλύπτεται σταδιακά: μέχρι τη μέση του campaign θα ανακαλύπτετε κινήσεις. Ο κάθε χώρος αλλάζει τις παραμέτρους και τον τρόπο προσέγγισής σας. Το gunplay από την πλευρά του είναι σφιχτό και με καλή αίσθηση και απόκριση, χωρίς να γίνεται ποτέ η βασική επιλογή, με το παιχνίδι να σας ωθεί συνεχώς να σκεφτείτε πριν τραβήξετε την σκανδάλη. Ωστόσο, όσοι το θέλουν, μπορούν να προσεγγίσουν τους αντιπάλους τους πιο επιθετικά, απευθείας με τη χρήση όπλων, χωρίς ωστόσο η επιτυχία να είναι δεδομένη.
Οι αποστολές εναλλάσσουν κλίμακες και μεγέθη με τρόπο που κρατά τον ρυθμό ζωντανό σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας και οι περίπου15 ώρες του campaign δεν έχουν ούτε μία αποστολή που να φαντάζει περιττή ή να επαναλαμβάνει κάποια από τις προηγούμενες.

Τα μόνα αρνητικά σημεία στη συνολική εμπειρία είναι το κομμάτι της οδήγησης και το δύστροπο σύστημα του cover. Στο μεν πρώτο, η οδήγηση είναι τις περισσότερες φορές αρκετά βαριά, σαν να μη δόθηκε η απαραίτητη προσοχή και σαν να προήλθε από παλαιότερο παιχνίδι, τόσο στον τρόπο που νιώθουμε τα οχήματα και το πώς κινούνται, όσο και στα driving set pieces που υπάρχουν, με την αντίθεση με την υπόλοιπη εμπειρία να είναι αναπόφευκτη. Το δε cover system πολλές φορές θα νιώσετε ότι σας «προδίδει» σε μεταβάσεις ανάμεσα από σημεία κάλυψης, με αποτέλεσμα να βρίσκεστε εκτεθειμένοι σε αντιπάλους και πυρά.
Μετά την ολοκλήρωση του campaign, το First Light δεν αφήνει τους παίκτες να φύγουν εύκολα – και αυτό οφείλεται στην ύπαρξη του TacSim, ενός mode στον χώρο της Dr. Selina Tan μέσα στο Q-Branch.

Ουσιαστικά, πρόκειται για το endgame περιεχόμενο του παιχνιδιού: αποστολές με modifiers και κλιμακούμενη δυσκολία, που ξεκλειδώνουν μόλις τελειώσετε την ιστορία, και σας καλούν να επιστρέψετε σε επίπεδα της ιστορίας. Θυμίζει τα escalations του Hitman στον τρόπο εκτέλεσης και προσέγγισής του, κάτι που προφανώς δεν είναι τυχαίο. Κάθε πετυχημένο run, σας δίνει πόντους και ξεκλειδώνει weapon skins, gadget upgrades και cosmetics.
Στο PS5 το παιχνίδι τρέχει στα 60 fps σε Performance Mode, και 30 fps στο Quality Mode. Οι τοποθεσίες και τα set pieces που τις συνοδεύουν είναι αδιαμφισβήτητα το δυνατό χαρτί του τεχνικού τομέα του παιχνιδιού: γραφεία, φρούρια, αγορές, σκοτεινές λέσχες, μεγαλοπρεπή ξενοδοχεία. Κάθε χώρος έχει τη δική του ατμόσφαιρα και είναι γεμάτος αντικείμενα και χαρακτήρες, και είναι φανερό ότι πίσω από κάθε τοποθεσία κρύβονται άνθρωποι που την έχτισαν με αγάπη.

Εκεί όμως που η απεικόνιση δεν ανταποκρίνεται στο υπόλοιπο επίπεδο του παιχνιδιού είναι στα πρόσωπα των δευτερευόντων χαρακτήρων. Τα πρόσωπα των κεντρικών χαρακτήρων είναι δουλεμένα με φροντίδα, Ο Bond του Gibson είναι άψογα σχεδιασμένος, το ίδιο και οι κεντρικοί χαρακτήρες. Ωστόσο, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες – φρουροί, περαστικοί, χαρακτήρες στο background – έχουν εμφανώς χαμηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας και σε κάποιες σκηνές είναι ορατό ότι τα ίδια μοντέλα επαναλαμβάνονται.
Σε ένα παιχνίδι που ζητά διαρκώς από τον παίκτη να κοιτάει το περιβάλλον και τον χώρο που βρίσκεται, να παρατηρεί, να μπλέκεται με τον κόσμο, αυτό δεν περνά απαρατήρητο. Τέλος, υπήρχαν και κάποιες σποραδικές πτώσεις του framerate σε “πυκνές” σκηνές, ενώ την εμφάνισή τους έκαναν μερικές φορές και κάποια μικρά bugs και glitches, με χαρακτήρες να αιωρούνται στον αέρα ή αντιπάλους να κολλάνε πίσω από αντικείμενα ή πόρτες.

Το DualSense του PS5 αξιοποιείται έξυπνα: κάθε όπλο έχει διαφορετική αντίσταση στις σκανδάλες και μπορείτε να νιώσετε τη διαφορά ανάμεσα σε ένα πιστόλι και ένα αυτόματο χωρίς να κοιτάτε την οθόνη. Οι δονήσεις κάνουν παρόμοια δουλειά κατά τη διάρκεια των μεγάλων σκηνών και συμπλοκών, κρατώντας σας μέσα στη δράση.
Ο ήχος και η μουσική επένδυση είναι μια ξεχωριστή κατηγορία από μόνα τους. Τα ηχητικά εφέ είναι καλοδουλεμένα και ταιριαστά με το μέγεθος του παιχνιδιού. Το τραγούδι των τίτλων αρχής, «First Light», το ερμηνεύει η Lana Del Rey σε μουσική του David Arnold – του ανθρώπου που έχει αναλάβει τη μουσική επένδυση πέντε ταινιών Bond, από το Tomorrow Never Dies έως το Casino Royale. Η υπόλοιπη μουσική ανήκει στους The Flight και κινείται στο ίδιο πνεύμα: σέβεται τη μουσική του εμβληματικού John Barry χωρίς να τον αντιγράφει. Τα πνευστά, οι ορχηστρικές εντάσεις, ο τρόπος που η μουσική ακούγεται ανάλογα με την ένταση που επικρατεί, όλα δένουν με το gameplay και το τι βλέπουμε στην οθόνη.

Μπορεί να μην πεθαίνει ποτέ ο Bond, ούτε στις ταινίες, ούτε στα βιβλία, ούτε στη φαντασία των ανθρώπων που τον αγάπησαν. Ωστόσο ο αντιήρωας που έπλασε ο Fleming έχει περάσει από πολλά. Από τις αποτυχίες της δεκαετίας του ’80, τα δύσκολα χρόνια ανάμεσα στο Licence to Kill και το GoldenEye, το τέλος της εποχής του Brosnan και την ουσιαστική επανεκκίνηση που έφερε ο Craig – κάθε φορά που το franchise έδειχνε να έχει χάσει τον δρόμο του, κάθε φορά τον έβρισκε πάλι. Το ερώτημα δεν είναι ποτέ θα επιστρέψει ο Bond, είναι αν και πώς αξίζει να το κάνει.
Το 007 First Light είναι ένα παιχνίδι που οι άνθρωποι πίσω από αυτό έχουν διαβάσει τα βιβλία, έχουν δει τις ταινίες και έχουν – αυτό είναι το σπανιότερο και ίσως το σημαντικότερο – καταλάβει γιατί και τα δύο έχουν μεγάλη βαρύτητα. Δεν αντέγραψαν τη φόρμουλα των Hitman. Δεν έφτιαξαν movie tie-in. Έχτισαν κάτι που έχει δικό του λόγο ύπαρξης, με χαρακτήρα, με παλμό, με στιγμές και σκηνές που μένουν στον παίκτη.

Ο τίτλος της IO Interective παίρνει τη βεβαιότητα γύρω από τον μύθο του Bond και την αμφισβητεί, την αποδομεί, την επανασυνθέτει και τελικά παραδίδει ένα τελικό αποτέλεσμα πιο πλούσιο, πιο φρέσκο, πιο ανθρώπινο από όσο θα περιμέναμε. Αυτό δεν είναι απλώς καλή εκτέλεση. Είναι σεβασμός σε μια κληρονομιά επτά δεκαετιών.
Ο Bond του Fleming δεν απολαμβάνει να σκοτώνει, αλλά δεν διστάζει ούτε στιγμή. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην ψυχρή αποτελεσματικότητα και την κρυμμένη ανθρωπιά είναι που τον χαρακτηρίζει. Αυτό ακριβώς προσπαθούσαν τα παιχνίδια να αποδώσουν για χρόνια, χωρίς επιτυχία. Το 007 First Light τα καταφέρνει. Όχι τέλεια, σε μερικά σημεία σκοντάφτει, αλλά τα καταφέρνει.
Καλωσορίσατε (πίσω), κύριε Bond.
Το 007 First Light κυκλοφορεί από τις 27/5/26 για PS5, PC και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την IO Interactive.