
Verho: Curse of Faces | Review
Ένα Dark RPG στα πρότυπα του King's Field.
Το Verho: Curse of Faces είναι από εκείνα τα παιχνίδια που σταματάνε τον χρόνο και σε επιστρέφουν σε ένα game design που δεν υφίσταται ποια αυτούσιο, μιας και οι πρωτεργάτες του το διαμόρφωσαν, το εξέλλιξαν και το κατέληξαν σε αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως Elden Ring. Υπεύθυνη στην ανάπτυξη βρίσκουμε την Kasur Games, ένα μικρό indie στούντιο με έδρα την Πολωνία, που μάλλον είχε την ίδια σκέψη με εμάς όταν πρόσφατα κάναμε μια επιστροφή στο King’s Field: The Ancient City, το τελευταίο King’s Field που κυκλοφόρησε η FromSoftware το 2002 για το Playstation 2.
Το Verho: Curse of Faces πρόκειται για ένα dark fantasy, dungeon crawling RPG πρώτου προσώπου στα πρότυπα των King’s Field της FromSoftware. Κατά βάση πρόκειται για ένα παιχνίδι που αναβιώνει επιτυχημένα την αίσθηση της ατμόσφαιρας του κόσμου ενός King’s Field, μένοντας πιστό στις αρχές του αργού και μεθοδικού gameplay, που σκοπό έχει να προσφέρει μια χαλαρωτική gaming εμπειρία σε έναν σκοτεινό, σάπιο, αφιλόξενο και αινιγματικό κόσμο.

Ο χειρισμός του βρίσκεται σε σύμπνοια με το πώς παίζει σήμερα ένα παιχνίδι που κινείται σε πρώτο πρόσωπο, που αν και αυτονόητο αξίζει ίσως να σημειώσουμε γιατί καμιά φορά αυτές οι αναβιώσεις λειτουργούν αντιστρόφως ανάλογα. Να θυμήσουμε ότι τα King’s Field είχαν έναν ιδιαίτερο χειρισμό στην κίνηση στον χώρο, που μπορεί πλέον να θεωρηθεί μόνο ως προϊόν της εποχής του. Κάτι τέτοιο ευτυχώς είχαν την αντίληψη οι developers να μην το συμπεριλάβουν σε αυτό που ήθελαν να πετύχουν, μιας και η τελική αίσθηση παραμένει η ζητούμενη και λειτουργεί σαφώς ομαλότερα.
Από την άλλη, εκείνο που εκτιμήσαμε ιδιαίτερα είναι η συνειδητή οπτική απόδοση αυτού του κόσμου, με χοντροκομμένα πολύγωνα και γεωμετρία να δημιουργούν μια απείρως σουρεάλ κατάσταση και μια αυθεντικότητα στον κόσμο. Τα ξεπλυμένα χρώματα, η χαμηλής ανάλυσης ομίχλη, οι μικρές πηγές φωτός στα πιο σκοτεινά μέρη, καταφέρνουν όλα να ασκούν μια γοητεία που εν πολλοίς είναι ταυτόσημη με αυτή τη πρωτόλεια αίσθηση της dark fantasy ατμόσφαιρας στην προ-Dark Souls εποχή της From.

Μέσα σε αυτό το παρηκμασμένο, γεμάτο κινδύνους τοπίο, υπάρχει πάντα η αίσθηση της ελπίδας και του μαγικού, κάτι που το υπέροχο soundtrack εκφράζει άψογα με τις ambient και dark fantasy μελωδίες του, τη χρήση κιθάρας στις πιο γαλήνιες περιοχές και τα ορχηστρικά ξεσπάσματα σε στιγμές εκτόνωσης. Κάθε περιοχή ντύνεται με τη δική της θεματική, με τον τόνο να δίνεται όπως πρέπει ανάλογα το που βρισκόμαστε, κάνοντας τις περιοχές αμέσως αναγνωρίσιμες και ζωντανές.
Ο ήχος είναι ένα ατού που χρησιμοποιεί το Verho υπέρ του, δίνοντας φωνή στους χαρακτήρες που θα συναντήσουμε σε αυτόν τον κόσμο και θα βρούμε αρκετούς από αυτούς. Κάποιους ως μόνιμους κάτοικους στο Nameless Village, το κεντρικό hub του παιχνιδιού, και άλλους να περιπλανιούνται σε περιπέτειες ψάχνοντας μέλλον σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει κανένα. Σε ένα ύφος παιχνιδιού όπου η ιστορία και η αφήγηση είναι συνήθως έννοιες αφηρημένες σε σημείο παρεξηγήσεως, το Verho θέτει το πλαίσιο του κόσμου με την εισαγωγική cut-scene και αφήνει τους npcs και το ψάξιμο του παίκτη να κάνουν ύστερα τη δουλειά.

Βρισκόμαστε στο φανταστικό βασίλειο της Yariv με σκοπό να εξορκίσουμε την “κατάρα των προσώπων” που έπεσε επάνω στους άτυχους πολίτες και τους ταλαιπωρεί αιώνες τώρα. Εάν κάποιος κοιτάξει κάποιον άλλον, μπουμ, τα κεφάλια τους σκάνε. Τώρα ποιος σκέφτηκε τέτοια κατάρα, τα πώς και τα γιατί, αυτά έρχονται με δόσεις κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, με την πλήρη σύνθεση της εικόνας να θέλει να έχεις ψάξει καλά το παιχνίδι.
Αλλά πάνω σε αυτή την απόλυτη απομόνωση όπου κανείς δεν μπορούσε να δει κανέναν, σκάει μύτη μια θρυλική προσωπικότητα όπου μετονομάστηκε σε “The Maker” βρίσκοντας τη λύση. Ποιά ήταν η λύση; Μα να φορέσουν όλοι μάσκες. Praise be The Maker επομένως, που από την Εποχή της Απομόνωσης έφερε την Εποχή των Μασκών και οι δύσμοιροι πολίτες της Yariv άρχισαν δειλά δειλά να βγαίνουν από τα καβούκια τους.

Εμείς, τώρα, ξεκινάμε σαν ένα τίποτα όπου ύστερα από 30 σχεδόν ώρες παιχνιδιού θα έχουμε μακελέψει τα πάντα και θα βρισκόμαστε στο πάνθεον των overpowered χαρακτήρων που μπήκαν σε έναν άγνωστο κόσμο, εξάλειψαν κάθε γήινη και κοσμική απειλή και τον έκαναν δικό τους. Μέχρι να συμβεί αυτό, όμως, ισχύει το “κάθε αρχή και δύσκολη”, και σε ένα παιχνίδι χωρίς επιλογή για επίπεδα δυσκολίας, ο ρόλος που θα πάρουμε μέσω της επιλογής μάσκας καθορίζει εν πολλοίς το πόσο πιο εύκολη θέλουμε να κάνουμε την έναρξή μας.
Μπορούμε πάντα, μέσα από τις διαθέσιμες επιλογές όπου θα βρούμε κλασσικά αρχέτυπα Strength, Dexterity και Intelligence ρόλων, να πάρουμε εκείνη του Nameless και να ξεκινήσουμε από το απόλυτο μηδέν, ενδυναμώνοντας τον χαρακτήρα μας ανάλογα με το loot που βρίσκουμε. Το παιχνίδι, πάντως, κάθε άλλο παρά δύσκολο προσπαθεί να μας το κάνει. Παρέα με τις προκλήσεις έρχονται και οι ανταμοιβές σε ισχύ για κάποιον που απλά παίζει, ψάχνει το παιχνίδι και με αυτά που βρίσκει εφευρεί θανατηφόρους συνδυασμούς με σκοπό να πέφτουν τα πάντα στο διάβα του όσο πιο ανώδυνα γίνεται.

Στο σύστημα μάχης των King’s Field και, εν προκειμένω του Verho: Curse of Faces, το πρώτο πρόσωπο λειτουργεί εντελώς διαφορετικά από κάτι που θα βρίσκαμε σε ένα παιχνίδι τύπου Elder Scrolls. Υπάρχει ένα βάρος και μια μεθοδικότητα στις αναμετρήσεις, όπου σε συνδυασμό με το πόσο άγρια βαράνε τα πάντα, μας βάζει από πολύ νωρίς στον ρυθμό του. Δεν είναι οι γρήγορες κινήσεις που θα μας οδηγήσουν σε θάνατο αλλά οι βιαστικές, πέφτοντας θύματα της ίδιας μας της επιπολαιότητας. Η ποικιλία πάντως σε οπλισμό, δαχτυλίδια, μαγικά και τα συναφή είναι υπερπλήρης, με εκείνα που βρίσκονται πιο καλά κρυμμένα να αξίζουν τον κοπό να βρεθούν.
Κάτι άλλο που μας άρεσε πάρα πολύ είναι η αρκετά ξεκάθαρη επικοινωνία του παιχνιδιού με τον παίκτη. Ξέρουμε ακριβώς – ή έστω στο περίπου – πού πρέπει να πάμε χωρίς ποτέ να αισθανόμαστε χαμένοι. Έχει γίνει πάρα πολύ καλή δουλειά στο level design ώστε να δίνεται η αίσθηση ενός ενιαίου κόσμου, όπου κάθε πρώτη επίσκεψη σε κάποια περιοχή του να έχει το δικό της αινιγματικό χαρακτήρα που καλούμαστε να αποκωδικοποιήσουμε.

Σε κάθε περιοχή θα βρούμε κάτι διαφορετικό σε στυλ περιήγησης, encounters και μυστικά, με την επανεμφάνιση των παράξενων NPCs να γλυκαίνει ή να μαυρίζει κι άλλο τη ζοφερή πραγματικόητα που επικρατεί στη Yariv. Ακόμα και σε σημεία που φαίνεται να δίνονται περισσότερες επιλογές διαδρομών, γρήγορα καταλαβαίνουμε ποια είναι η σωστή. Οι κίνδυνοι είναι συνήθως ορατοί είτε μέσω αμέσων προειδοποιήσεων είτε σινιάλων του level design όταν ξεμακραίνουμε την πορεία μας ή επιχειρούμε να πάμε κάπου ρισκάροντας την τύχη μας.
Γενικά εκτιμήσαμε πολύ το πόσο συνεκτικός και με πόση φροντίδα αποδόθηκε ο κόσμος του παιχνιδιού, με όσα καλά και στραβά μπορεί να δώσει κάποιος για το επίπεδο μιας τέτοιας παραγωγής. Η αίσθηση ότι πρωταγωνιστής είναι ο κόσμος είναι υπαρκτή και δείχνει πως οι συγκεκριμένοι developers ήξεραν ακριβώς τι ήθελαν να πετύχουν σε αισθητική και αίσθηση παιχνιδιού.

Εν τέλει, εκείνο που μας άφησε το παιχνίδι ήταν ακριβώς εκείνο που ζητούσαμε. Εάν σε κάποιο μαγικό timeline oι developers – με τις γνώσεις και τα εργαλεία του σήμερα – έφτιαχναν ακόμα παιχνίδια για την 5η γενιά, το Verho θα μπορούσε εύκολα να λογιστεί ως μια επίσημη συνέχεια των King’s Field. Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι ενώ παραμένει πιστό στο πνεύμα της σειράς, το πάει ένα βήμα παρακάτω στον σχεδιασμό του κόσμου και τα στοιχεία της αφήγησης.
Το Verho: Curse of Faces είναι πιο ολοκληρωμένο και προσβάσιμο σαν παιχνίδι σε σχέση με το Lunacid, και σίγουρα με περισσότερο μπρίο, ικανότητες και γνώση σε σχέση με το σχεδόν ερασιτεχνικό Labyrinth of the Demon King. Ναι, η κατηγορία είναι τόσο niche. Aν μπορεί καν να λογιστεί ως τέτοια.
Το Verho: Curse of Faces κυκλοφορεί από τις 30/7/26 για PS5, PC, Switch και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την Kasur Games.