

Το Mount Hyjal και το δώρο του Illidan
Το Mount Hyjal και το δώρο του Illidan
Οι λίγοι night elves που επέζησαν από την τρομακτική έκρηξη, ανέβηκαν σε ό,τι βρήκαν να επιπλέει δίπλα τους. Μετά από αρκετές μέρες περιπλάνησης στην ταραχώδη θάλασσα, οι επιζώντες έπιασαν στεριά. Με τη χάρη της Elune, o Malfurion, η Tyrande και ο Cenarius επέζησαν την απερίγραπτη καταστροφή. Οι κουρασμένοι ήρωες συμφώνησαν να ηγηθούν στους επιζώντες και να βρουν μια νέα πατρίδα για τη φυλή τους. Καθώς ταξίδευαν, είδαν σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο κόσμος και συνειδητοποίησαν ότι τα πάθη τους είχαν επιφέρει όλη αυτήν την καταστροφή. Αν και η Burning Legion δεν μπορούσε πλέον να εισέλθει στον κόσμο του Azeroth μετά την καταστροφή του Well of Eternity, o Malfurion και σύντροφοί του σκεφτόντουσαν το κόστος που πλήρωσαν για αυτή τους τη νίκη.
Υπήρχαν πολλοί Highborne που επέζησαν αλώβητοι τον κατακλυσμό. Βρήκαν, λοιπόν, το δρόμο τους για τις ακτές της νέας γης, μαζί με τους άλλους night elves. Αν και ο Malfurion δεν εμπιστευόταν τα κίνητρά τους, ήταν ικανοποιημένος, μιας και δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν καμιά αναστάτωση χωρίς τις ενέργειες του “πηγαδιού”.
Όταν οι κουρασμένοι night elves βγήκαν στις ακτές της νέας ηπείρου, ανακάλυψαν ότι το ιερό βουνό τους, το Hyjal, είχε επιβιώσει από την καταστροφή. Προσπαθώντας να βρει ένα νέο σπίτι για τη φυλή του, ο Malfurion οδήγησε τους συμπατριώτες του στην ανεμοδαρμένη κορυφή του όρους. Καθώς περιπλανιόνταν στα καταπράσινα δάση, τα οποία εκτείνονταν σε όλα το εύρος της κορυφής, βρήκαν μια μικρή, ήσυχη λίμνη. Τρομοκρατήθηκαν, όμως, όταν διαπίστωσαν ότι τα ύδατα της ήταν μολυσμένα με χαοτική μαγεία.
Ο Illidan, έχοντας επίσης επιζήσει την τρομακτική έκρηξη, είχε φτάσει στην κορυφή του Mount Hyjal πολύ πριν τον Malfurion και τους night elves. Στην παράφρονη προσπάθεια του να διατηρήσει ζωντανή τη μαγεία στον κόσμο του Azeroth, o νεαρός Stormrage είχε χύσει τα φιαλίδια που είχε μαζί του, τα οποία περιείχαν τα πολύτιμα νερά από το Well of Eternity, μέσα στη λίμνη του βουνού. Πιστεύοντας ότι το νέο “πηγάδι” ήταν ένα δώρο για τις μελλοντικές γενιές, σοκαρίστηκε όταν ο αδερφός του τον κυνήγησε. Ο Malfurion εξήγησε στο μικρό του αδελφό ότι η μαγεία ήταν εγγενώς χαοτική και ότι η χρήση της θα οδηγούσε αναπόφευκτα στη διαφθορά και την καταστροφή. Δυστυχώς, όμως, o Illidan αρνήθηκε να εγκαταλείψει τις μαγικές του δυνάμεις.
Γνωρίζοντας πολύ καλά πού θα οδηγούσαν οι αδίστακτες πράξεις του αδελφού του, ο Malfurion αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον εθισμένο με τη δύναμη αδελφό του άπαξ και δια παντός. Με τη βοήθεια του Cenarius, o Malfurion φυλάκισε τον αδελφό του μέσα σε μια υπόγεια φυλακή, όπου θα παρέμενε αλυσοδεμένος μέχρι το τέλος του χρόνου. Για να εξασφαλίσει ότι ο αδελφός του δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδράσει, διόρισε μια νεαρή warden, την Maiev Shadowsong, να είναι η προσωπική του δεσμοφύλακας.
Φοβούμενοι ότι η διάλυση του νέου “πηγαδιού” θα μπορούσε να φέρει μια ακόμα μεγαλύτερη καταστροφή, οι night elves αποφάσισαν να μην το πειράξουν. ‘Ομως, ο Malfurion διακύρηξε ότι δεν θα χρησιμοποιούσαν ποτέ ξανά την τέχνη της μαγείας. Κάτω από το άγρυπνο μάτι του καλόκαρδου Cenarius, ξεκίνησαν να μελετάνε την αρχαία τέχνη του δρυΐδισμού, που θα τους επέτρεπε να θεραπεύσουν την πληγωμένη γη και να ξαναμεγαλώσουν τα αγαπημένα τους δάση στους πρόποδες του Mount Hyjal.
Για πολλά χρόνια οι night elves εργάστηκαν ακούραστα για να ξαναχτίσουν ό,τι μπορούσαν από την αρχαία πατρίδα τους. Αυτή τη φορά, όμως, κατασκεύασαν τους ναούς, τους δρόμους και τα σπίτια τους ανάμεσα στα δέντρα και στους καταπράσινους λόφους, που βρισκόντουσαν στη βάση του Mount Hyjal. Με τον καιρό, οι δράκοντες που είχαν επιβιώσει από την μεγάλη καταστροφή βγήκαν από τις μυστικές φωλιές τους.
Η Alexstrasza η κόκκινη, η Ysera η πράσινη και ο Nozdormu ο χάλκινος παρατήρησαν την αξιοθαύμαστη δουλειά που είχαν κάνει οι δρυΐδες. Ο Malfurion, ο οποίος είχε γίνει ένας arch-druid τεράστιας δύναμης, χαιρέτησε τους ισχυρούς δράκους και τους ενημέρωσε για τη δημιουργία του νέου Well of Eternity. Οι μεγάλοι δράκοι ανησύχησαν στο άκουσμα των δυσάρεστων νέων και σκέφτηκαν ότι όσο το Well of Eternity παρέμενε ενεργό, η Burning Legion θα μπορούσε μια μέρα να επιστρέψει, ξαναφέρνοντας καταστροφή και δυστυχία στον κόσμο του Azeroth.
Η Alexstrasza the Lifebinder τοποθέτησε ένα μαγεμένο βελανίδι στην καρδιά του Well of Eternity. Το βελανίδι, λόγω των ισχυρών μαγικών δυνάμεων του νερού, μεγάλωσε μέσα σε δευτερόλεπτα και έγινε ένα κολοσσιαίων διαστάσεων δέντρο. Οι ρίζες του ισχυρού δέντρου μεγάλωσαν από τα νερά του “πηγαδιού” και ο καταπράσινος θόλος του φαινόταν να φτάνει στα ουράνια. Το τεράστιο δέντρο θα ήταν ένα αιώνιο σύμβολο του δεσμού των night elves με τη φύση και η ζωογόνος ενέργειά του θα θεράπευε τον υπόλοιπο κόσμο με την πάροδο του χρόνου. O Nozdormu the Timeless έκανε ένα ξόρκι στο World Tree για να διασφαλίσει ότι όσο το κολοσσιαίο δέντρο έμενε όρθιο, οι night elves ποτέ πλέον δεν θα γερνούσαν ή θα έπεφταν λεία κάποιας ασθένειας.
{PAGE_BREAK}
Η Ysera the Dreamer έκανε επίσης ένα ξόρκι στο World Tree, συνδέοντάς το με τη δική της σφαίρα, την αιθέρια διάσταση γνωστή ως Emerald Dream. Το Emerald Dream, ένας τεράστιος συνεχώς μεταβαλλόμενος κόσμος πνευμάτων, υπήρχε έξω από τα όρια του φυσικού κόσμου. Από αυτή τη σφαίρα, η Ysera ρύθμιζε την εξελικτική πορεία του κόσμου. Οι δρυΐδες των night elves, συμπεριλαμβανομένου του ισχυρού Malfurion Stormrage, ήταν συνδεδεμένοι με το Emerald Dream μέσω του World Tree.
Ως μέρος της μυστικιστικής συμφωνίας, οι δρυΐδες συμφώνησαν να κοιμηθούν για αιώνες, έτσι ώστε τα πνεύματά τους να μπορούσαν περιπλανιούνται στις αμέτρητες καταπράσινες πεδιάδες του Emerald Dream. Αν και οι δρυΐδες ήταν θλιμμένοι που θα περνούσαν τόσα πολλά χρόνια από τη ζωή τους σε χειμερία νάρκη, συμφώνησαν ανιδιοτελώς να τιμήσουν τη συμφωνία που είχαν κάνει με τη δράκαινα.
Με το πέρασμα των αιώνων, η νέα κοινωνία των night elves μεγάλωσε και επεκτάθηκε σε όλο το δάσος του Ashenvale, το οποίο βρισκόταν στους πρόποδες του Mount Hyjal. Πολλά από τα πλάσματα και τα είδη που υπήρχαν σε αφθονία πριν τη μεγάλη καταστροφή, όπως τα furbolgs and quilboars, επανεμφανίστηκαν και άκμασαν στη νέα ήπειρο. Κάτω από την καλοπροαίρετη ηγεσία των δρυΐδων, οι night elves απολάμβαναν μια εποχή πρωτοφανούς ειρήνης και ηρεμίας. Ωστόσο, πολλοί από τους επιζώντες Highborne είχαν αρχίσει να είναι ανήσυχοι. Ακριβώς όπως ο Illidan πριν από αυτούς, έπεσαν θύματα του συνδρόμου στέρησης που προήλθε από την απώλεια της πολυπόθητης μαγείας τους. Είχαν μπει στον πειρασμό να αξιοποιήσουν τις ενέργειες του νέου Well of Eternity και να ξαναρχίσουν τις μαγικές πρακτικές τους.
Ο Dath’Remar, ο ορμητικός ηγέτης των Highborne, άρχισε να κοροϊδεύει τους δρυΐδες δημόσια, αποκαλώντας τους δειλούς που δεν ήθελαν να κάνουν χρήση της μαγείας, την οποία υποστήριζε ότι ήταν δικαιωματικά δικιά τους. Ο Malfurion και οι δρυΐδες του απέρριψαν τα επιχειρήματα του Dath’Remar και προειδοποίησε τους Highborne ότι οποιαδήποτε χρήση μαγείας θα τιμωρούταν με θάνατο. Σε μια αυθάδη και δύσμοιρη προσπάθεια να πείσει τους δρυΐδες να αλλάξουν τη νομοθεσία τους, ο Dath’Remar και οι οπαδοί του εξαπέλυσαν μια τρομερή, μαγική καταιγίδα πάνω στο Ashenvale.
Δεν θα μπορούσε να αντέξει η καρδία των δρυΐδων να εκτελέσουν τόσους πολλούς από τη φυλή τους, οπότε αποφάσισαν να εξορίσουν τους ριψοκίνδυνους και αλόγιστους Highborne από τα εδάφη τους. Ο Dath’Remar και οι οπαδοί του, ευτυχείς που θα απαλλάσσονταν από τα ξαδέρφια τους, επιβιβάστηκαν σε ειδικά κατασκευασμένα πλοία και ξεκίνησαν το ταξίδι τους στην ταραχώδη θάλασσα. Αν και κανένας τους δεν ήξερε τί τους περίμενε πέρα από τα νερά του μαινόμενου Maelstrom, ανυπομονούσαν να ιδρύσουν το δικό τους κράτος, όπου θα μπορούσαν ανενόχλητοι να ασκούν την πολυπόθητη μαγεία τους.
Οι Highborne, ή Quel’dorei, όπως τους είχε ονομάσει η λαμπρή τους βασίλισσα πριν από αιώνες, βρήκαν τις ακτές της ανατολικής στεριάς, που οι άνθρωποι θα αποκαλούσαν Lordaeron στο μακρινό μέλλον. Σχεδίαζαν να δημιουργήσουν το δικό τους μαγικό βασίλειο, το Quel’Thalas, και να σταματήσουν τη λατρεία του φεγγαριού και όλες τις νυχτερινές δραστηριότητες, αποβάλλοντας έτσι όλους τους δεσμούς που τους είχαν απομείνει με την κουλτούρα και τις παραδόσεις των night elves. Από εδώ και στο εξής, θα αγκάλιαζαν τον ήλιο και θα γινόντουσαν γνωστοί ως High Elves.
Με την αποχώρηση των δύστροπων εξαδέλφων τους, οι night elves έστρεψαν την προσοχή τους στην φύλαξη της νέας τους πατρίδας. Οι δρυΐδες, αισθανόμενοι ότι η ώρα της χειμερίας νάρκης τους πλησίαζε, άρχισαν τις απαραίτητες προετοιμασίες για τον πολύχρονο λήθαργό τους. Η Tyrande, η οποία είχε γίνει η πρωθιέρεια της Elune, ζήτησε από τον αγαπημένο της, Malfurion, να μην την αφήσει για το Emerald Dream. Αλλά ο arch-druid, δέσμιος από τον όρκο του να ακολουθήσει τους αδελφούς του στις ονειρικές, καταπράσινες πεδιάδες του Emerald Dream, αποχαιρέτησε την ιέρεια και ορκίστηκε ότι η αγάπη τους θα ήταν αιώνια.
Έχοντας πέσει επάνω της το χρέος της προστασίας του Kalimdor, η Tyrande συγκέντρωσε μια ισχυρή ομάδα πολεμιστών ανάμεσα από τις night elves αδελφές της. Οι ατρόμητες, άριστα εκπαιδευμένες πολεμίστριες, των οποίων μόνο μέλημα ήταν η άμυνα της πατρίδα τους, έγιναν γνωστές ως Sentinels. Αν και προτιμούσαν να περιπολούν στα σκιερά δάση του Ashenvale μόνες τους, είχαν πολλούς συμμάχους που θα μπορούσαν να καλέσουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Ο ημίθεος Cenarius παρέμεινε κοντά στα δάση του Mount Hyjal. Οι γιοι του, γνωστοί ως Keepers of the Grove, πρόσεχαν τους night elves και συχνά βοηθούσαν τις Sentinels να διατηρήσουν την ειρήνη στην περιοχή. Ακόμα και οι ντροπαλές κόρες του Cenarius, οι δρυάδες, άρχισαν να βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και να περιφέρονται άφοβα ανάμεσα στους night elves.
Το πόνημα της αστυνόμευσης του Ashenvale κρατούσε την πανέμορφη ιέρεια απασχολημένη, αλλά χωρίς τον Malfurion στο πλευρό της ήταν ανίκανη να αισθανθεί οποιαδήποτε χαρά. Καθώς οι αιώνες περνούσαν, οι φόβοι της για μια δεύτερη δαιμονική εισβολή μεγάλωναν. Προαισθανόταν ότι η Burning Legion ήταν ακόμα κάπου εκεί έξω, πέρα από το σκοτεινό ουρανό, σχεδιάζοντας να πάρει εκδίκηση από τους night elves και τον κόσμο του Azeroth.
{PAGE_BREAK}
Οι high elves, με επικεφαλής τον Dath’Remar, άφησαν πίσω τους το Kalimdor και προκάλεσαν τις μανιασμένες καταιγίδες του Maelstrom. Ο στόλος τους περιπλανήθηκε μέσα στα συντρίμμια του κόσμου για πάρα πολλά χρόνια, ανακαλύπτοντας χαμένα μυστήρια κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους. O Dath’Remar, ο οποίος είχε υιοθετήσει το όνομα Sunstrider (“αυτός που περπατά την ημέρα”), έψαχνε για περιοχές σημαντικής δύναμης όπου θα μπορούσε να οικοδομήσει ένα νέο βασίλειο για τους συμπατριώτες του.
Τελικά, ο στόλος του έφτασε στις παραλίες του βασιλείου που οι άνθρωποι θα αποκαλούσαν αργότερα Lordaeron. Πηγαίνοντας προς την ενδοχώρα, οι high elves ίδρυσαν ένα οικισμό στο ήσυχο Tirisfal Glades. Μετά από λίγα χρόνια, πολλοί από αυτούς άρχισαν να τρελαίνονται. Για αυτόν το λόγω υπέθεταν ότι κάτι τρομερά κακό κοιμόταν κάτω από το συγκεκριμένο μέρος του κόσμου, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να το αποδείξουν. Οι high elves μάζεψαν τον καταυλισμό τους και μετακινήθηκαν προς βορρά, για μια άλλη γη, πλούσια σε μαγική ενέργεια.
Αφού οι high elves πέρασαν την τραχιά, γεμάτη βουνά χώρα του Lordaeron, το ταξίδι τους έγινε πιο επικίνδυνο. Επειδή ήταν αποκομμένοι από τις ζωογόνες ενέργειες του Well of Eternity, πολλοί από αυτούς άρχισαν να αρρωσταίνουν από το ψυχρό κλίμα ή να πεθαίνουν από την πείνα. Ωστόσο, η πιο ανησυχητική αλλαγή ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν πλέον αθάνατοι ή άτρωτοι ενάντια στα στοιχεία της φύσης. Επίσης, μειώθηκε κάπως το ύψος τους, ενώ το δέρμα τους έχασε την χαρακτηριστική μοβ απόχρωσή του.
Κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους, οι high elves συνάντησαν πολλά θαυμαστά πλάσματα που δεν είχαν δει ποτέ στο Kalimdor. Βρήκαν, επίσης, φυλές πρωτόγονων ανθρώπων, οι οποίες κυνηγούσαν σε αυτά τα αρχέγονα μέρη. Εντούτοις, η χειρότερη απειλή που αντιμετώπισαν ήταν τα αδηφάγα και πονηρά forest trolls του Zul’Aman.
Αυτά τα πλάσματα, που μπορούσαν να αναγεννήσουν τα χαμένα άκρα τους και να θεραπεύουν σωματικές βλάβες τους, αποδείχθηκαν βάρβαρα και καταχθόνια. Η αυτοκρατορία Amani εκτεινόταν κατά μήκος του μεγαλύτερου μέρους των βόρειων δασών, και τα trolls έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να κρατάνε όλους τους ανεπιθύμητους επισκέπτες μακριά από τα σύνορά τους. Οι elves ανέπτυξαν μια βαθιά απέχθεια για τα μοχθηρά trolls και τα σκότωναν επί τόπου κάθε φορά που τα συναντούσαν.
Μετά από πολλά χρόνια, οι high elves βρήκαν επιτέλους ένα μέρος που να θυμίζει το αγαπημένο τους Kalimdor. Βαθιά στα βόρεια δάση της ηπείρου, ίδρυσαν το βασίλειο του Quel’Thalas και ορκίστηκαν να δημιουργήσουν μια πανίσχυρη αυτοκρατορία που θα ξεπερνούσε κατά πολύ αυτήν των εξαδέλφων τους. Δυστυχώς, σύντομα συνειδητοποίησαν ότι το Quel’Thalas κτίστηκε πάνω σε μια αρχαία, ιερή πόλη των trolls. Σχεδόν αμέσως τα καταχθόνια trolls άρχισαν να επιτίθενται στους οικισμούς των high elves.
Οι πεισματάρηδες high elves, απρόθυμοι να εγκαταλείψουν τη νέα γη τους, χρησιμοποίησαν τη μαγεία που είχαν σταχυολογήσει από το Well of Eternity και έτσι κρατούσαν τα άγρια trolls μακριά από το νέο τους βασίλειο. Kάτω από την ηγεσία του Dath’Remar, αν και πολύ λιγότεροι σε αριθμό, ήταν σε θέση να νικήσουν τις τρομερές στρατιές των trolls. Μερικοί elves, που θυμούνταν τις αρχαίες προειδοποιήσεις των Kaldorei, αισθάνθηκαν ότι η χρήση της μαγείας θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή της εξόριστης Burning Legion. Ως εκ τούτου, αποφάσισαν να κρύψουν τη χώρα τους μέσα σε ένα προστατευτικό φράγμα, το οποίο θα τους επέτρεπε να κάνουν χρήση της μαγείας τους τελείως ανενόχλητοι.
Κατασκεύασαν μια σειρά από μονολιθικές runestones σε διάφορα σημεία γύρω από το Quel’Thalas, τα οποία σηματοδοτούσαν τα όρια του μαγικού φράγματος. Οι runestones όχι μόνο έκρυβαν την μαγεία των elves από την Burning Legion, αλλά βοηθούσαν και στον εκφοβισμό των προληπτικών trolls.
Καθώς περνούσε ο χρόνος, το Quel’Thalas έγινε ένα λαμπρό μνημείο της προσπάθειας και της μαγικής ικανότητας των high elves. Τα πανέμορφα παλάτια του ήταν κατασκευασμένα με το ίδιο αρχιτεκτονικό στυλ όπως οι αρχαίες αίθουσες του Kalimdor, παρ’ όλα αυτά ήταν συνυφασμένα και με το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους. Το Quel’Thalas είχε γίνει το λαμπερό κόσμημα που οι high elves πάντα λαχταρούσαν να δημιουργήσουν. Η Convocation of Silvermoon ιδρύθηκε για να διοικεί το νέο βασίλειο, αν και η δυναστεία των Sunstrider διατήρησε μια μικρή ποσότητα της πολιτικής εξουσίας. Έχοντας ως μέλη τους επτά μεγαλύτερους high elves λόρδους, το συμβούλιο εργαζόταν για να διασφαλίσει την ασφάλεια των υπηκόων του.
Περιτριγυρισμένοι από το προστατευτικό φράγμα, οι high elves παρέμειναν ασυγκίνητοι από τις παλαιές προειδοποιήσεις των Kaldorei και συνέχισαν να χρησιμοποιούν μαγεία κατάφορα σε όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής τους.
Για σχεδόν τέσσερις χιλιάδες χρόνια οι high elves ζούσαν ειρηνικά μέσα στην απομονωμένη ασφάλεια του βασίλειού τους. Όμως, τα εκδικητικά trolls δεν είχαν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη. Συνωμοτούσαν και σχεδίαζαν μέσα στα βάθη των σκοτεινών δασών τους, περιμένοντας να αυξηθούν σε αριθμό. Εν τέλει, ένας ισχυρός στρατός επιτέθηκε από τα σκιερά δάση και πολιόρκησε τους λαμπερούς πυργίσκους του Quel’Thalas…
Σάββας Πριπάκης
Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για το άρθρο
World of Warcraft – History of Warcraft
WoWWiki
Warcraft Lore article part 1
Warcraft Lore article part 2
{nomultithumb}