Warcraft Lore (part 8)

Η νέα Horde

Η νέα Horde

Ο προϊστάμενος των δεσμοφυλάκων, Aedelas Blackmoore, παρακολουθούσε τους αιχμαλωτισμένους orcs από τη φυλακή-οχυρό του, το Durnholde. Ένας orc ιδίως κατείχε πάντα το ενδιαφέρον του: το ορφανό βρέφος που είχε βρει πριν σχεδόν δεκαοκτώ χρόνια. Ο Blackmoore είχε μεγαλώσει το νεαρό αρσενικό ως προσωπικό του σκλάβο και του έδωσε το όνομα Thrall. Τον δίδαξε φιλοσοφία, πολεμικές τακτικές και, φυσικά, την τέχνη της μάχης. Όλο αυτό το διάστημα, ο διεφθαρμένος φύλακας προσπάθησε να πλάσει τον orc σε ένα ζωντανό όπλο.

Παρά τη σκληρή ανατροφή του, ο νεαρός Thrall εξελίχθηκε σε έναν ισχυρό, πνευματώδη orc, και ήξερε βαθιά μέσα του ότι η ζωή του σκλάβου δεν ήταν γι’ αυτόν. Καθώς ενηλικιωνόταν, έμαθε για το λαό του, τους orcs, τους οποίους δεν είχε συναντήσει ποτέ: μετά την ήττα τους, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν τοποθετηθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Φήμες έλεγαν ότι ο Doomhammer, ο ηγέτης των orcs, είχε δραπετεύσει από το Lordaeron και κρυβόταν σε άγνωστο μέρος. Μόνο μια μοναχική φατρία ακόμα λειτουργούσε εν κρυπτώ, προσπαθώντας να αποφύγει το άγρυπνο βλέμμα της Alliance.

Ο πολυμήχανος Thrall αποφάσισε να αποδράσει από το φρούριο του Blackmoore και να ξεκινήσει προς αναζήτηση του είδους του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ο Thrall επισκέφθηκε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και βρήκε την πάλαι ποτέ πανίσχυρη φυλή του να είναι πτοημένη και ληθαργική. Αφού δεν βρήκε τους υπερήφανους πολεμιστές που ήλπιζε να ανακαλύψει, ο νεαρός orc έθεσε ως στόχο να βρει τον τελευταίο αήττητο οπλαρχηγό της φυλής του, τον Grom Hellscream.

Αν και ήταν συνεχώς κυνηγημένος από τους ανθρώπους, ο Hellscream κρατούσε άσβεστη τη θέληση της ορδής για μάχη. Με τη βοήθεια μόνο της αφοσιωμένης του φατρίας των Warsong, ο ατρόμητος οπλαρχηγός συνέχισε να διεξάγει έναν υπόγειο πόλεμο ενάντια στην καταπίεση του ταλαιπωρημένου λαού του. Δυστυχώς, ο Hellscream δεν μπορούσε ποτέ να βρει έναν τρόπο να ξεσηκώσει τους φυλακισμένους orcs από τον λήθαργό τους. Ο ευαίσθητος Thrall, εμπνευσμένος από τον ιδεαλισμό του Hellscream, ανέπτυξε μια ισχυρή συμπάθεια για την ορδή και τις πολεμικές παραδόσεις της.

Αναζητώντας την αλήθεια σχετικά με την καταγωγή του, ο Thrall ταξίδεψε βόρεια για να βρει τη θρυλική φατρία των Frostwolves. Ο νεαρός orc έμαθε ότι ο καταχθόνιος Gul’dan είχε εξορίσει τους Frostwolves κατά τις πρώτες μέρες του First War. Επίσης, ανακάλυψε ότι ήταν ο γιος και κληρονόμος του ήρωα Durotan, του πραγματικού αρχηγού της θρυλικής φατρίας που είχε δολοφονηθεί στις ερημιές σχεδόν πριν από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με εντολές του ίδιου του Gul’dan. Υπό την κηδεμονία του σεβάσμιου σαμάνου, Drek’Thar, ο Thrall μελέτησε τον αρχαίο σαμανιστικό πολιτισμό του λαού του, ο οποίος είχε ξεχαστεί κάτω από την σατανική ηγεσία του Gul’dan.

Με την πάροδο του χρόνου, ο νεαρός orc έγινε ένας ισχυρός σαμάνος και πήρε τη νόμιμη θέση του ως αρχηγός των εξόριστων Frostwolves. Ενισχυμένος από τα ίδια τα στοιχεία της φύσης και θέλοντας να βρει το πεπρωμένο του, ο Thrall ξεκίνησε για να ελευθερώσει τις αιχμαλωτισμένες φατρίες και να θεραπεύσει τη φυλή του από τη δαιμονική διαφθορά.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, ο Thrall ανακάλυψε τον ηλικιωμένο πολέμαρχο Orgrim Doomhammer, ο οποίος ζούσε ως ερημίτης για πολλά χρόνια. Ο Doomhammer, που ήταν στενός φίλος του πατέρα του νεαρού ιδεολόγου, αποφάσισε να τον ακολουθήσει και να τον βοηθήσει να απελευθερώσει της αιχμαλωτισμένες φατρίες. Υποστηριζόμενος από πολλούς βετεράνους οπλαρχηγούς, ο Thrall τελικά κατάφερε να αναζωογονήσει την ορδή και να δώσει στους ανθρώπους του μια νέα πνευματική ταυτότητα.

Για να συμβολίσει την αναγέννηση του λαού του, ο Thrall επέστρεψε στο φρούριο του Durnholde και έβαλε ένα αποφασιστικό τέλος στα σχέδια του πρώην κυρίου του, πολιορκώντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτή η νίκη, όμως, δεν ήρθε χωρίς τίμημα: κατά την απελευθέρωση ενός στρατοπέδου, ο Doomhammer έπεσε στη μάχη.

Ο Thrall σήκωσε το θρυλικό σφυρί του Doomhammer και φόρεσε τη μαύρη πανοπλία του για να γίνει ο νέος πολέμαρχος της Horde. Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, η νέα, μικρή αλλά ευέλικτη ορδή κατέστρεψε τα υπολειπόμενα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με τις δυνάμεις της συμμαχίας να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν τις έξυπνες στρατηγικές του νέου ηγέτης της. Ενθαρρυμένος από τον καλύτερo φίλο και μέντορά του, Grom Hellscream, ο Thrall εργάστηκε για να εξασφαλίσει ότι οι συμπατριώτες του δεν θα γίνονταν ποτέ ξανά σκλάβοι.

Ο πόλεμος της Αράχνης

Ενώ ο Thrall απελευθέρωνε τους αδελφούς του στο Lordaeron, ο Ner’zhul συνέχισε να μεγαλώνει τις δυνάμεις του στην αρκτική ήπειρο της Northrend. Μια μεγάλη ακρόπολη κτίστηκε πάνω από τον παγετώνα του Icecrown και επανδρώθηκε από τις ολοένα αυξανόμενες λεγεώνες των νεκρών. Ωστόσο, καθώς ο Lich King επέκτεινε την επιρροή του πάνω στη γη, μια σκοτεινή αυτοκρατορία στάθηκε ενάντια στην εξουσία του. Το αρχαίο υπόγειο βασίλειο του Azjol-Nerub, το οποίο είχε ιδρυθεί από μια φυλή ανθρωποειδών αραχνών, έστειλε τους ελίτ πολεμιστές-φύλακές του να επιτεθούν στο Icecrown και να βάλουν τέλος στα παράφρονα σχέδια του Lich King για κυριαρχία. Προς μεγάλη του απογοήτευση, ο Ner’zhul διαπίστωσε ότι σατανικοί nerubians δεν είχαν ανοσία μόνο στην πανώλη, αλλά και στις τηλεπαθητικές δυνάμεις του.

{PAGE_BREAK}

Οι άρχοντες των nerubians ηγούνταν τεραστίων στρατιωτικών δυνάμεων και είχαν ένα υπόγειο δίκτυο που εκτεινόταν σχεδόν στο ήμισυ του εύρους της παγωμένης Northrend. Οι τακτικές κλεφτοπολέμου, που χρησιμοποιούσαν ενάντια στα προπύργια του Lich King, παρεμπόδιζαν τις προσπάθειές του να τους ξεριζώσει από τα εδάφη της αρκτικής ηπείρου άπαξ και δια παντός. Τελικά, ο πόλεμος του Ner’zhul κατά των nerubians κερδήθηκε από τη φθορά του χρόνου. Με τη βοήθεια των απαίσιων Dreadlords και των αμέτρητων απέθαντων πολεμιστών του, ο Lich King εισέβαλε στο Azjol-Nerub και συνέτριψε τους υπόγειους ναούς του πάνω στα κεφάλια των αραχνοειδών αρχόντων του.

Αν και οι nerubians ήταν άνοσοι στην πανούκλα του, οι αυξανόμενες νεκρομαντικές δυνάμεις του Ner’zhul του έδωσαν τη δυνατότητα να σηκώνει τα πτώματα των αραχνοειδών πολεμιστών και να τα διατάζει ακριβώς όπως κάθε άλλο απέθαντο πλάσμα. Ως απόδειξη της επιμονής και της τόλμης τους, ο Lich King υιοθέτησε το ξεχωριστό αρχιτεκτονικό στυλ των nerubians για τα δικά του φρούρια και κτίσματα. Έχοντας συντρίψει κάθε αντίσταση στο βασίλειο του, ο Ner’zhul ξεκίνησε να προετοιμάζεται για την αληθινή αποστολή του στον κόσμο του Azeroth. Φτάνοντας στα ανθρώπινα εδάφη με τη μεγάλη συνείδησή του, ο Lich King επικοινώνησε με κάθε σκοτεινή ψυχή που θα ανταποκρινόταν…

Ο Kel’Thuzad και ο σχηματισμός της Scourge

Υπήρξε μια χούφτα ισχυρών ατόμων διάσπαρτα σε όλο τον κόσμο που άκουσαν την ψυχική κλήτευση του Lich King από την Northrend. Το πιο αξιοσημείωτο από αυτά ήταν ο αρχιμάγος της Dalaran, Kel’Thuzad, ο οποίος ήταν ένα από τα ανώτερα στελέχη του Kirin Tor, του ηγετικοί συμβουλίου της πόλης-κράτος. Είχε θεωρηθεί ως αντικομφορμιστής εδώ και πολλά χρόνια, λόγω της εμμονής του με τη μελέτη των απαγορευμένων τεχνών της νεκρομαντείας. Θέλοντας να μάθει ό,τι μπορούσε σχετικά με το μαγικό κόσμο και τα σκιερά θαύματά του, ήταν απογοητευμένος με τις ξεπερασμένες αντιλήψεις και τους πεζούς κανόνες των άλλων μάγων.

Ακούγοντας τις ισχυρές κλητεύσεις από την αρκτική ήπειρο της Northrend, ο περίεργος αρχιμάγος χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις του για να επικοινωνήσει με αυτή τη μυστηριώδη φωνή. Πεπεισμένος ότι το Kirin Tor ήταν πολύ οπισθοδρομικό για να αδράξει τη δύναμη και τη γνώση που εμπεριέχεται στις σκοτεινές τέχνες, ο ίδιος έβαλε ως στόχο να μάθει οτιδήποτε μπορούσε για τον πανίσχυρο Lich King.

Αφήνοντας πίσω του την περιουσία και την πολιτική θέση του, ο Kel’Thuzad εγκατέλειψε τις παραδόσεις του Kirin Tor και έφυγε από την Dalaran για πάντα. Παρακινούμενος από τη φωνή του Lich King στο μυαλό του, πούλησε ό,τι πολύτιμο είχε στην κατοχή του και έκρυψε τα κέρδη σε άγνωστο μέρος. Ταξιδεύοντας μόνος για πολλούς μήνες, έφτασε τελικά στις παγωμένες ακτές της Northrend. Έχοντας πρόθεση να φτάσει στον παγετώνα του Icecrown και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Lich King, ο αρχιμάγος πέρασε μέσα από τα ρημαγμένο από τον πόλεμο ερείπια του Azjol-Nerub.

Ο Kel’Thuzad είδε από πρώτο χέρι την έκταση της αγριότητας του Ner’zhul. Άρχισε, λοιπόν, να συνειδητοποιεί ότι συμμαχώντας ο ίδιος με τον μυστηριώδη Lich King θα ήταν τόσο σοφό όσο και δυνητικά καρποφόρο. Μετά από πολλούς μήνες πεζοπορίας μέσα από τις σκληρές, αρκτικές εκτάσεις της ηπείρου, ο Kel’Thuzad έφτασε τελικά στον σκοτεινό παγετώνα του Icecrown. Πλησίασε με τόλμη τη φοβερή ακρόπολη του Ner’zhul και σοκαρίστηκε όταν οι απέθαντοι φρουροί σιωπηλά τον άφησαν να περάσει σαν να περίμεναν την άφιξή του. Ο αρχιμάγος κατέβηκε βαθιά στην κρύα γη και βρήκε το δρόμο του προς τον πάτο του παγετώνα. Εκεί, στο απέραντο σπήλαιο από πάγο και σκιές, ο ίδιος υποκλίθηκε μπροστά στον Frozen Throne και πρόσφερε την ψυχή του στον σκοτεινό άρχοντα των νεκρών.

Ο Lich King ήταν ευχαριστημένος με τον τελευταίο νεοσύλλεκτό του. Υποσχέθηκε στον Kel’Thuzad αθανασία και τεράστια δύναμη σε αντάλλαγμα για την πίστη και την υπακοή του. Ο αρχιμάγος αποδέχτηκε την πρώτη μεγάλη αποστολή του: να πάει στον κόσμο των ανθρώπων και να ιδρύσει μια νέα θρησκεία που θα λάτρευε τον Lich King ως θεό. Για να βοηθήσει τον αρχιμάγο να ολοκληρώσει την αποστολή του, ο Ner’zhul άφησε την ανθρωπιά του Kel’Thuzad ανέπαφη. Ο χαρισματικός μάγος θα χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του της ψευδαίσθησης και της πειθούς για να φέρει τις αμόρφωτες και χωρίς δικαιώματα μάζες του Lordaeron σε μια κατάσταση εμπιστοσύνης και πίστης. Στη συνέχεια, αφού θα είχε την προσοχή τους, θα τους προσέφερε ένα νέο όραμα για το πώς θα μπορούσε να είναι η κοινωνία – και ένα νέο ξόανο για να αποκαλούν βασιλιά.

Ο Kel’Thuzad επέστρεψε στο Lordaeron μεταμφιεσμένος, και μέσα σε τρία χρόνια, χρησιμοποιώντας την περιουσία και την εξυπνάδα του, κατάφερε να συγκεντρώσει μια μυστική αδελφότητα ομοϊδεατών του. Η αδελφότητα αυτή, την οποία ονόμασε Cult of the Damned, υποσχόταν στα μέλη της κοινωνική ισότητα και αιώνια ζωή, σε αντάλλαγμα για την υπηρεσία και την υπακοή τους στον Ner’zhul.

Καθώς περνούσαν οι μήνες, ο Kel’Thuzad βρήκε πολλούς πρόθυμους εθελοντές για τη νέα του αίρεση μεταξύ των πολυάριθμων, κουρασμένων εργατών του Lordaeron. Ήταν εκπληκτικά εύκολο για αυτόν να επιτύχει τον στόχο του: δηλαδή, να μετακινήσει την πίστη των πολιτών από το Holy Light στην σκοτεινή λατρεία του Lich King. Δεδομένου ότι η Cult of the Damned μεγάλωνε σε μέγεθος και επιρροή, ο Kel’Thuzad έκανε κολοσσιαίες προσπάθειες για να κρύψει τη λειτουργία της από τις αρχές του Lordaeron. Με την επιτυχία του Kel’Thuzad στη γη του Lordaeron, ο Lich King έκανε τις τελικές προετοιμασίες για την επίθεση κατά του ανθρώπινου πολιτισμού.

Τοποθετώντας τις δυνάμεις της πανώλης του σε μια σειρά φορητών αντικειμένων, που ονομάζονταν καζάνια πανώλης, ο Ner’zhul διέταξε τον πιστό του υπασπιστή να μεταφέρει τα καζάνια στο Lordaeron, όπου θα κρύβονταν μέσα σε διάφορα χωριά ελεγχόμενα από την αίρεση. Τα καζάνια αυτά, προστατευμένα από τους πιστούς του, θα ενεργούσαν ως γεννήτριες πανώλης, στέλνοντας την αρρώστια στους ανυποψίαστους οικισμούς του βόρειου Lordaeron.

{PAGE_BREAK}

Το σχέδιο του Lich King δούλεψε τέλεια. Πολλά από τα βόρεια χωριά του Lordaeron μολύνθηκαν σχεδόν αμέσως. Ακριβώς όπως στην Northrend, οι κάτοικοι που προσβλήθηκαν από τη μαγική πανώλη έχασαν τη ζωή τους και γύρισαν σε αυτόν τον κόσμο ως πρόθυμοι σκλάβοι του Ner’zhul. Τα μέλη της αίρεσης ήταν ανυπόμονα να πεθάνουν και να επιστρέψουν ξανά στην υπηρεσία του σκοτεινού άρχοντα. Χαιρόντουσαν πολύ στην προοπτική της αθανασίας μέσω θανάτου. Καθώς η πανούκλα εξαπλωνόταν, όλο και πιο πολλά άγρια ζόμπι εμφανίζονταν στις βόρειες περιοχές. Ο Kel’Thuzad κοίταξε τον αυξανόμενο στρατό του Lich King και τον ονόμασε Scourge, μιας και σύντομα θα βάδιζε διαμέσου των πυλών της πρωτεύουσας του Lordaeron, καθαρίζοντας την ανθρωπότητα από το πρόσωπο της γης.

Ο θρυματισμός της Alliance

Αγνοώντας τη νέα λατρεία θανάτου και καταστροφής που σχηματιζόταν στα εδάφη τους, οι ηγέτες των εθνών της Alliance άρχισαν να φιλονικούν και να διαπληκτίζονται για εδαφικές διαφορές και για τη μείωση της πολιτικής επιρροής τους. Ο βασιλιάς Terenas του Lordaeron άρχισε να υποψιάζεται ότι η εύθραυστη συμμαχία, που είχε σφυρηλατηθεί κατά τη διάρκεια των σκοτεινότερων ωρών στην ιστορία τους, δεν θα κρατούσε για πολύ περισσότερο. Ο Terenas είχε πείσει τους υπόλοιπους ηγέτες της συμμαχίας να δανείσουν χρήματα και εργάτες για να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση του νοτίου βασιλείου της Stormwind, το οποίο είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια της κατοχής του Azeroth από τους orcs.

Οι υψηλότεροι φόροι που προέκυψαν, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος της συντήρησης και λειτουργίας των πολυάριθμων στρατοπέδων συγκέντρωσης των orcs, οδήγησε πολλούς ηγέτες – τον Genn Greymane του Gilneas προπαντός – να πιστεύουν ότι τα βασίλειά τους θα ήταν καλύτερα αν ήταν αποσχισμένα από την Alliance. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι high elves της Silvermoon ήθελαν να αποχώρησαν από την συμμαχία, δηλώνοντας ότι η κακή ηγεσία των ανθρώπων είχε οδηγήσει στην καύση των δασών τους κατά τη διάρκεια του Second War. Ο βασιλιάς Terenas, ήσυχα και με αυτοσυγκράτηση, θύμισε στα ξωτικά ότι τίποτα από το Quel’Thalas δεν θα είχε μείνει, εάν δεν ήταν για τις εκατοντάδες των γενναίων ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για να το υπερασπιστούν. Παρ’ όλα αυτά, τα ξωτικά πεισματικά αποφάσισαν να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο. Στον απόηχο της αναχώρησης των high elves, τα βασίλεια των Gilneas και Stromgarde αποσχίστηκαν επίσης.

Αν και η Alliance κατάρρεε, ο ηλικιωμένος βασιλιάς είχε ακόμα συμμάχους που θα μπορούσε να βασιστεί. Αμφότεροι ο ναύαρχος Daelin Proudmoore της Kul Tiras και ο νεαρός βασιλιάς Varian Wrynn της Stormwind, παρέμειναν προσηλωμένοι στη συμμαχία. Επιπλέον, οι μάγοι του Kirin Tor, με επικεφαλής των αρχιμάγο Antonidas, υποσχέθηκαν ότι η συμμαχία θα είχε πάντοτε τη σταθερή υποστήριξη της Dalaran. Ίσως το πιο καθησυχαστικό από όλα ήταν η υπόσχεση του ισχυρού βασιλιά των νάνων, Magni Bronzebeard, ο οποίος ορκίστηκε ότι οι νάνοι της Ironforge θα χρωστάνε για πάντα χρέος τιμής στην Alliance για την απελευθέρωση του Khaz Modan από τον έλεγχο της Horde.

Η μάστιγα του Lordaeron

Μετά από προετοιμασία πολλών μηνών, ο Kel’Thuzad και η Cult of the Damned χτύπησε τελικά για πρώτη φορά, απελευθερώνοντας τη μάστιγα των νεκροζοντανών κατά του Lordaeron. Ο Uther και οι σύντροφοί του paladins ερευνούσαν τις μολυσμένες περιοχές, με την ελπίδα να βρουν τρόπο για να σταματήσουν την πανώλη. Παρά τις προσπάθειές τους, η επιδημία συνέχισε να εξαπλώνεται και να απειλεί να διαλύσει την Alliance. Καθώς οι τάξεις των απέθαντων σάρωναν τα εδάφη του Lordaeron, ο μοναχογιός του Terenas, πρίγκιπας Arthas, ανέλαβε την καταπολέμηση της Scourge. Ο Arthas κατόρθωσε να σκοτώσει τον Kel’Thuzad, αλλά ακόμα και έτσι, οι τάξεις των ζόμπι διογκωνόταν με κάθε στρατιώτη που έπεφτε στην υπεράσπιση της πατρίδας του.

Εκνευρισμένος και απογοητευμένος από τον φαινομενικά ασταμάτητο εχθρό, ο πρίγκιπας πήρε όλο και πιο ακραία μέτρα για την καταπολέμησή του. Τελικά, οι σύντροφοί του τον προειδοποίησαν ότι είχε αρχίσει να χάνει τον εαυτό του. Ο φόβος και η αποφασιστικότητα του Arthas αποδείχθηκε ότι ήταν τελικά η καταστροφή του. Ο νεαρός πρίγκιπας του Lordaeron ακολούθησε τα ίχνη της πανούκλας, τα οποία τον οδήγησαν στην αρκτική ήπειρο της Northrend.

Καταλαβαίνονταν ότι η πηγή της μαγικής αυτής αρρώστιας βρισκόταν κάπου στα αχανή, παγωμένα εδάφη της κορυφής του κόσμου, αποφάσισε να σταματήσει την απειλή της άπαξ και διαπαντός. Πιστεύοντας ότι θα έσωζε το λαό του, ο Arthas σήκωσε το καταραμένο ξίφος, Frostmourne. Αν και το σπαθί του χορήγησε ακαταμέτρητη δύναμη, του έκλεψε επίσης την ψυχή και τον μετέτρεψε στον μεγαλύτερο ιππότη θανάτου του Lich King. Με την ψυχή του να ανήκει πλέον στον Ner’zhul και τη λογική του θρυμματισμένη, ο Arthas δολοφόνησε τον πατέρα του, βασιλιά Terenas, και σύνθλιψε το Lordaeron κάτω από τη σιδερένια μπότα του Lich King.

Σάββας Πριπάκης

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για το άρθρο
World of Warcraft – History of Warcraft
WoWWiki

Προηγούμενα τμήματα του αφιερώματος
1234567

{nomultithumb}

Σάββας Πριπάκης
Σάββας Πριπάκης
Άρθρα: 1181

Υποβολή απάντησης