
Assassin’s Creed IV: Freedom Cry
Σπάζοντας τις αλυσίδες
Σπάζοντας τις αλυσίδες
To πρώτο DLC με single player campaign για το Black Flag διατηρεί την παράδοση που ξεκίνησε στο Revelations, κατά την οποία το επιπλέον περιεχόμενο των Assassin’s Creed δεν έχει άμεση σχέση με το κυρίως παιχνίδι. Σαφώς και αποτελούν κομμάτι της όλης μυθολογίας, αλλά δε λειτουργούν όπως λειτουργούσαν οι κομμένες αλληλουχίες του AC2 ή του Brotherhood με το “The DaVinci Disappearance”. Και ειλικρινά, αυτή η προσέγγιση φαντάζει πιο ντόμπρα και τίμια από το να πληρώνει ο παίκτης για να παίξει κάτι που νιώθει ότι εξαρχής έπρεπε να είναι κομμάτι του βασικού παιχνιδιού. Στο “Freedom Cry” ακολουθούμε την ιστορία του Adewale, του ναύκληρου του Jackdaw, ο οποίος κάποια στιγμή μετά τα γεγονότα του Black Flag ακολουθεί διαφορετική διαδρομή από τον καπετάνιο του, Edward Kenway.
Η ιστορία φέρνει αυτόν, έναν πρώην σκλάβο, να είναι καπετάνιος του δικού του πλοίου, μυημένος πλέον στα μυστικά των Ασσασσίνων, και να σκίζει τα πελάγη των Δυτικών Ινδιών αγέρωχα μέχρι που οι αφηγηματικές ανάγκες του εν λόγω DLC να τον φέρουν στο Port-au-Prince της Αϊτής. Εκεί, πρέπει να κομίσει έναν μυστηριώδες δέμα σε μία τοπική ιερόδουλη, το οποίο έπεσε στα χέρια του καθώς αυτός κατεδίωκε το στόχο του: Έναν Γάλλο Ναΐτη.

Σταδιακά ο Adewale, πάντα βάζοντας πάνω απ’ όλα την αποστολή του ως Assassin, εμπλεκόμενος σε μία νέα ιστορία, προσπαθεί να αποσπάσει ένα σπουδαίο εργαλείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η αδελφότητα των Ασσασσίνων και παράλληλα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα του πρώτου Maroon War, οπότε και πλήθη απελευθερωμένων σκλάβων από την Αφρική επιχείρησαν (και εν πολλοίς κατάφεραν) να δημιουργήσουν αυτόνομες και ανεξάρτητες κοινότητες με κύριο επίκεντρο τα ορεινά μέρη της Τζαμάικα. Στα πλαίσια του Maroon War ο Adewale ξεδιπλώνει την κυρίως δράση του στο Freedom Cry, απελευθερώνοντας εκατοντάδες σκλαβωμένους αδερφούς του.
Φαίνεται βεβαίως ότι η τάση των συμπαθεστάτων δημιουργών των Assassin’s Creed να μπλέκουν στα παιχνίδια τους ιστορικά γεγονότα δεν είναι καινούργια. Έχει ρίζες στο πρώτο ακόμα Assassin’s Creed με την πολιορκία της Άκρα κτλ. Και έχει πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς αυτή τη μακρά πορεία, που από την Άκρα καταλήγει στα βουνά της Τζαμάικα, και παρά τα σκαμπανεβάσματα και τα χίλια μύρια κύματα (κυριολεκτικά), η μυθοπλασία η σχετική με τους Assassins και τους Templars συνεχίζει να μπλέκει τα πλοκάμια της με αυτά της Ιστορίας, σε ζωντανούς και πάλλοντες μικρούς Γόρδιους Δεσμούς.

Η ίδια προσπάθεια δεν είχε γίνει με επιτυχία στο ACIII. Έμοιαζε βεβιασμένη, επιτηδευμένη και ανέμπνευστη. Στο Black Flag και απ’ ο,τι φαίνεται και στο Freedom Cry, η μπόρα έχει αλλάξει πορεία και ο ουρανός από πάνω είναι καταγάλανος. Ό,τι πρέπει για μία ευχάριστη βόλτα στα νερά της Καραϊβικής. Και αν μη τι άλλο, πρέπει να αναγνωριστεί η προσπάθεια των δημιουργών, που ακόμα και για ένα DLC επέτρεψαν να εμφιλοχωρήσουν ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, τα οποία εν πολλοίς καθορίζουν και όλους τους νέους μηχανισμούς, που επίσης με περισσή όρεξη και φρεσκάδα εμφανίζονται στο DLC.
Αν βέβαια κρίνουμε μόνο από τις βασικές αποστολές, απογοητευόμαστε από το γεγονός ότι ξεροκέφαλα ανακυκλώνονται οι «ιδέες» που θορυβωδώς έκαναν την επανεμφάνισή τους στο Black Flag και ήταν από τα ελάχιστα αρνητικά στοιχεία του τίτλου. Δεν είναι καθόλου ευχάριστο για ακόμα μία και δύο και τρεις φορές να ζητείται από τον παίκτη ο Adewale να στήσει αυτί σε μία συνομιλία, να ακολουθήσει το στόχο και να μπλέξει και πάλι στο γνωστό mini game «εντός των ακουστικών ορίων». Αυτά δυστυχώς υπάρχουν, και οι κύριες αποστολές δεν εκπλήσσουν καθόλου με την πρωτοτυπία τους. Ως αντίβαρο όμως λειτουργεί το επιπλέον περιεχόμενο, που όπως φάνηκε και από το κυρίως παιχνίδι, είναι αυτό στο οποίο επένδυσαν οι άνθρωποι της Ubisoft ελλείψει ακόμα της πλήρους επαναφοράς του μυστικιστικού του πράγματος.

Εδώ έχουν παραλλάξει ελαφρώς τα πράγματα οπότε αντί για μία ληστρική επιδρομή σε μία φυτεία, ο Adewale έχει ως σκοπό την απελευθέρωση των σκλάβων που εργάζονται νυχθημερόν υπό το άγρυπνο βλέμμα σκληρών επιστατών. Αντί για το ρεσάλτο σε ένα πλοίο με σκοπό το πλιάτσικο, ο Adewale καταλαμβάνει εχθρικά πλοία και απελευθερώνει τους σκλάβους, ενισχύοντας και τις δυνάμεις των ήδη ελεύθερων σκλάβων στο Maroon War. Πέρα, βεβαίως από την πληθώρα των (φανερών και πάλι) collectibles και των random events, που αρκετά εύστοχα έχουν προστεθεί και αφορούν και πάλι απελευθέρωση σκλάβων, των οποίων όμως η γρήγορη επανεμφάνιση (οπότε και η ατελείωτη επανάληψή τους όσες φορές το επιθυμεί ο παίκτης) ξενίζει.
Συνολικά δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η όποια προσθήκη υλικού στο χτίσιμο αυτού του αυτόνομου κεφαλαίου στο Black Flag (και στο νέο αφηγηματικό νήμα της σειράς) είναι καλοδεχούμενη και στο σύνολο χορταστική. Δυστυχώς η επιλογή των δημιουργών ήταν να περιοριστεί (το DLC) σε ένα δικό του μικρότερο κομμάτι της Καραϊβικής, με νέες τοποθεσίες αλλά αδυναμία σύνδεσης με το κύριο. Από τη μία αυτό έχει μία λογική, εφόσον τα γεγονότα διαδραματίζονται αρκετά χρόνια μετά από τη βασική ιστορία, από την άλλη αφαιρεί τη δυνατότητα να παρεχόταν εξαρχής στον παίκτη ένα σύνολο και σπουδαίο ποιοτικά και αξιοθαύμαστο ποσοτικά.

Σε όλους τους υπόλοιπους τομείς τα πάντα διατηρούνται στη γνωστή ποιότητα των παιχνιδιών της σειράς. Η ιστορία μπερδεύει λίγο μέχρι να αντιληφθούμε πού θέλει να μας πάει (ΑΝ θέλει να μας πάει κάπου), τα γραφικά είναι πανέμορφα, η μουσική εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ταιριαστή όπως και στο Black Flag, και μόνο κάποια animations μας θυμίζουν ότι το AC έχει περάσει πλέον και στην επόμενη γενιά, οπότε τα τελευταία λειτουργούν σαν καμπανάκι.
Μιλάμε λοιπόν για ένα DLC που προσφέρει πέντε με έξι ώρες ενασχόλησης, ίσως και λιγότερο αναλόγως πόσο θέλει να ασχοληθεί κανείς. Σαφώς και ο κάματος από τις δεκάδες διαφορετικές ασχολίες στο βασικό παιχνίδι θα δικαιολογούσε αυστηρή προσήλωση μόνο στην ιστορία του Freedom Cry, αλλά έτσι μιλάμε για πολύ πιο περιορισμένο περιεχόμενο. Από την άλλη, αν δε βαρεθήκατε να κυνηγάτε φαλαινοκαρχαρίες, να βουτάτε σε ναυάγια, να πηδάτε από δώ κι από κει σαν τα κατσίκια και να ανοίγετε δεκάδες μπαούλα στο Black Flag, ούτε και τώρα θα βαρεθείτε.
Σάββας Καζαντζίδης