
Dark Souls II DLCs
Κορώνα στο κεφάλι του.
Κορώνα στο κεφάλι του.
Το να καταπιαστεί κανείς με το θέμα των DLCs, να τα κρίνει ως θεσμό και να βγάλει ετυμηγορία, είναι κάτι που ισοδυναμεί με τάση αυτοκαταστροφής. Όχι ότι δεν πρέπει να γίνει. Απλά ανήκει σε άλλο φιλοσοφικό μοτίβο κι απαιτεί ένα mood που μπορεί να επιφέρει διαλόγους επί διαλόγων πολύ μακριά από το παρόν θέμα. Μπορούν όμως να θεωρηθούν ένα-δυο πραγματάκια: ότι τα DLC στην πλειοψηφία τους αποτελούν μορφή αισχροκέρδιας, μετέπειτα ξεκλείδωμα ήδη αγορασμένου υλικού κι επι χρήμασι προσφορά ανούσιων in game αντικειμένων. Υπάρχουν όμως κι αυτά που προσθέτουν στην εμπειρία του αρχικού παιχνιδιού. Το εμπλουτίζουν με υλικό -δωρεάν ή πληρωτέο- το φρεσκάρουν, το διατηρούν νέο. Παίρνουν το “οικοδόμημα” του κυρίως τίτλου και χτίζουν πάνω του “σοφίτες”, “αποθήκες” και “βεράντες”, διορθώνοντας, παράλληλα με μερεμέτια κάποιες αδυναμίες του. Έτσι το κάνουν να μοιάζει διαφορετικό. Αγνώριστο.
Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το πακέτο των τριών DLC του Dark Souls II, που ξεκίνησε πριν λίγους μήνες με το Crown of the Sunken King, συνεχίστηκε με το Crown of the Old Iron King και τελείωσε πρόσφατα με το Crown of the Ivory King, καθιστώντας άπαντα διαθέσιμα προς αγορά. Η τιμή του καθενός ανέρχεται στα δέκα ευρώ, εκτός αν κάποιος είχε season pass και τα αποκτήσει όλα φθηνότερα. Η μίνι, αυτή, τριλογία έχει να κάνει με την ιστορία τριών βασιλιάδων, που έζησαν στην περιοχή του παιχνιδιού πολλά χρόνια πριν και που φορούσαν κορώνες μεγάλης δύναμης. Κάθε μια από αυτές συνδέεται άρρηκτα με το lore του παιχνιδιού και η σχέση της με τον πονεμένο αυτόν κόσμο αποκαλύπτεται όταν ο παίκτης επισκεφτεί το Memory of Vendrick και μιλήσει μαζί του, έχοντάς τις στην κατοχή του. Οποιαδήποτε άλλη αποκάλυψη θα αποτελέσει spoiler. Μικρό ή μεγάλο.

Η θέση των χαμένων βασιλείων, ήτοι των νέων αυτών περιοχών, δίνεται με hint στο μνημείο στη Majula, εκεί που αναγράφονται οι μέχρι τώρα θάνατοι, αλλά από την πίσω του πλευρά. Κάθε αγορά συνοδεύεται με το ξεκλείδωμα ενός αντικειμένου, που θα λειτουργήσει σαν κλειδί όταν ο παίκτης λύσει το γρίφο και μεταβεί στην περιοχή. Ένα πολύ θετικό και γενναιόδωρο χαρακτηριστικό, είναι ότι οι νέες αυτές περιοχές περιέχουν προθαλάμους, όπου μπορούν να αφεθούν summon signs κι από παίκτες που δεν έχουν στην κατοχή τους το DLC. Έτσι, αυξάνονται οι διατιθέμενοι βοηθοί για τους κατόχους, κάτι πολύ απαραίτητο μιας και η δυσκολία στα νέα πακέτα είναι πολλαπλάσια της αρχικής.
Τέτοια είναι η ποικιλομορφία των περιοχών αυτών, ο πλούτος και το lore, ώστε να κρίνεται απαραίτητο να εξεταστούν ξεχωριστά και μεμονωμένα, κάτι μάλλον δίκαιο, μιας και μπορούν να αποκτηθούν και ξεχωριστά. Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, υπήρχε μια βυθισμένη πόλη…
Crown of the Sunken King
…μια πόλη χτισμένη από έναν αρχαίο βασιλιά, γύρω από ένα ναό που σκέπαζε έναν κοιμισμένο δράκο, γεμάτο δηλητήριο. Όμως ένας ήρωας, ο Sir Yorg, εισέβαλλε στην πόλη, νίκησε το βασιλιά και κάρφωσε το δράκο με το φημισμένο του δόρυ, ελπίζοντας να πάρει λίγο από το αίμα του. Ο δράκος όμως ξύπνησε μεμιάς και -μην αντέχοντας άλλο το δηλητήριο μέσα του- έσπειρε θάνατο, εξαγνίζοντας, όμως, τον εαυτό του. Ο Sir Yorg χάθηκε μέσα στο ναό, όπου βαθύτερα κι αρχαιότερα μυστικά παραμονεύουν.
Όπως θα περίμενε κανείς, η Shulva, Sanctum City, κύριος κορμός του πρώτου DLC, αποτελείται από γιγάντια κτήρια, με ψηλές κορυφές και απύθμενα βάθη, βαμμένα στο πράσινο του δηλητηρίου του δράκου και σκοτεινά, αφού είναι για πάντα κρυμμένα από το φως της μέρας. Οι επιλογές χρωμάτων και ο συνδυασμός των μονολιθικών ναών και κτισμάτων δημιουργεί κλίμα κλειστοφοβίας κι απομόνωσης, διακοσμημένα με τον αειθαλή, κρυμμένο κίνδυνο του θανάτου. Οι δημιουργοί του παιχνιδιού πήραν πολύ στα σοβαρά την κριτική που τους έγινε (και μπράβο τους) επάνω στην έλλειψη κατακόρυφου level design, που ήταν χαρακτηριστικό και ατού του πρώτου Dark Souls. Δεν αρκέστηκαν όμως εκεί. Μπορεί τα πανύψηλα κτήρια να είναι αχανή και λαβυρινθώδη, γεμάτα παγίδες, ανελκυστήρες και shortcuts, αλλά τώρα το πλέον πετυχημένο μοτίβο σχεδιασμού διανθίστηκε με puzzles και μετακινούμενους όγκους, που το πηγαίνουν ακόμα παραπέρα και μάλιστα με επιτυχία.

Τέτοια επιτυχία, που καλό είναι να εστιάσουμε λίγο παραπάνω, ώστε να αντιληφθεί ο επίδοξος αγοραστής το μέγεθος του κατορθώματος. Διάσπαρτοι μέσα στο παιχνίδι βρίσκονται μικροί, πυραμιδοειδείς διακόπτες. Αυτοί δεν ανοίγουν απλώς κάποια πόρτα ή λειτουργούν κάποιον ανελκυστήρα. Ανεβάζουν ή κατεβάζουν όλόκληρους οικοδομικούς όγκους, αλλάζοντας τη μορφή των επιπέδων κι αποκαλύπτοντας επιλογές, αλλά και εχθρούς. Τέτοιες ηθελημένες και στην ευχέρεια του παίκτη μεταβολές, τρελαίνουν όλα τα γυροσκόπια στρατηγικής που είχατε στήσει στο μυαλό σας μέχρι τώρα στο παιχνίδι. Η επιλογή διαδρομής ήταν πάντα ακρογωνιαίας σημασίας σε έναν Souls τίτλο. Η σωστή απόφαση μπορεί να διαχώριζε την επιτυχία από έναν ακόμα θάνατο. Τι γίνεται όμως τώρα, που τμήματα του background αλλάζουν κατά βούληση; Shortcuts δημιουργούνται και χάνονται με ένα πάτημα ενός διακόπτη και τα ύψη γίνονται βάθη σε λίγες μόνο στιγμές. Κατακόρυφος σχεδιασμός, άλλο τίποτα…
Η προσπάθεια μίξης ενός περίπλοκου level design με την κλασική souls νοοτροπία, αποδίδει άριστα, αυξάνοντας την ανασφάλεια στον παίκτη, ωθώντας τον να ψάξει για στρατηγική κάθε λεπτό που μάχεται και ανεβάζοντας πρακτικά τον πήχη της δυσκολίας. Η δυσκολία όμως αυξάνεται ραγδαία και από τους αντιπάλους που κατοικούν στη βυθισμένη πόλη. Μερικοί μοιάζουν γνωστοί, ή έστω παραλλαγές αυτών που συνατήθηκαν στον κυρίως τίτλο. Άλλοι όμως είναι εντελώς καινούριοι, θέτοντας μάλιστα νέα δεδομένα στο στήσιμο της μάχης. Παράδειγμα του παραπάνω αποτελούν αφ’ ενός τα γνωστά αγάλματα που φτύνουν δηλητήριο, με τη διαφορά όμως ότι πλέον κινούνται κι είναι πολύ δύσκολο να εξοντωθούν. Αφ’ ετέρου υπάρχουν κάποια έντομα που εκκολάπτονται με καθυστέρηση και πετούν με lock προς τον παίκτη, φτύνοντας corrosive υγρό. Μικρή η σωματική ζημιά, τεράστια η υλική -και η τράπουλα ανακατεύεται ξανά.

Προϊόντος των παραπάνω, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το πρώτο DLC ξεφεύγει πολύ σε δυσκολία, πάντα σε σχέση με το κυρίως παιχνίδι, αλλά θα είχε -ακόμα- άδικο. Εκεί όπου πραγματικά φαίνεται η διαφορά, είναι σε συγκεκριμένες περιοχές και bosses που σχεδιάστηκαν με γνήσιες σαδιστικές σκέψεις κατά νου. Ανάμεσα τους είναι μάλιστα κι οι περιοχές όπου επιτρέπεται το summoning οποιουδήποτε παίκτη, ακόμα κι αυτών που δεν αγόρασαν το πακέτο. Για όσους προτιμούν τα NPC summons, υπάρχουν πολλές προτάσεις, με παλιούς γνώριμους αλλά και νέους χαρακτήρες να συμπληρώνουν τη λίστα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι νέοι χαρακτήρες πλέον εκτελούν gestures κι έχουν γενικά βελτιωμένη ΑΙ.
Στον αντίποδα του αυξημένου επιπέδου δυσκολίας έρχονται να τεθούν ένας ικανός αριθμός από νέα hexes κι ένας μικρότερος από spells και miracles, όλα τους αξιόλογα κι ενδιαφέροντα. Στον τομέα του εξοπλισμού οι σημαντικές προσθήκες είναι λίγες και καμία δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα, πλην ενός boss soul weapon και της κορώνας αυτής-καθ’ αυτής. Ο παίκτης που έχει εμβαθύνει στο παιχνίδι όμως, σύντομα θα αρχίσει να αναρωτιέται πώς θα εφαρμόσει τα νέα “δωράκια” στο main game και στο PVP. Η εμπειρία ήδη δείχνει να αλλάζει. Γενικά, το Crown of the Sunken King είναι ένα αξιοπρεπέστατο DLC, που σέβεται τις επιθυμίες των παικτών. Χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές και επτά bonfires, διαρκώντας περίπου ένα εξάωρο. Δεν πλησιάζει το μέγεθος του Artorias DLC, αλλά είναι ένα ικανοποιητικό πρώτο μέρος. Ό,τι πρέπει πραγματικά για να ανοίξει την όρεξη του παίκτη και να τον προετοιμάσει για έναν κόσμο γεμάτο φλόγα…
Crown of the Old Iron King
…έναν κόσμο που φιλοξενεί τον πύργο που στήθηκε από κάποιον ματαιόδοξο βασιλιά. Τον ίδιο πύργο που περιδιάβηκε ο προδότης Raime, αφού νικήθηκε από τον Velstadt και… συνάντησε αυτόν που συνάντησε. Τον πύργο με τα δεκάδες μυστικά και τις πάμπολλες παγίδες, κάποια από τα οποία κρύβουν αρχαίους κινδύνους αλλά και μαρτυρούν την προέλευση των μυστηριωδών ιπποτών του Iron Keep. Ο φόβος για spoiler ως προς την τοποθεσία του πύργου αυτού εξανεμίζεται, μιας κι ακόμα κι οι λιγότερο προσεκτικοί θα έχουν παρατηρήσει το συσχετισμό του τίτλου με την περιοχή. Εκεί λοιπόν που το Sunken DLC έδινε σκοτάδια και κατήφεια, εδώ έχουμε ένα πύρινο περιβάλλον με λαμπερό ήλιο στους εξωτερικούς του χώρους και ειρωνική χρήση της στάχτης, ώστε να μοιάζει με χιόνι.
Θεόρατος κι επιβλητικός, ο Brume Tower αξίζει δάφνες σχεδιασμού. Αν εξωτερικά λάμπει κυριολεκτικά λόγω των εφέ φωτισμού, λάμπει και μεταφορικά με τις εικαστικές επιλογές και την περιπλοκότητα σχεδιασμού, που αναγκάζουν τον παίκτη να σταματάει κάθε τρεις και λίγο για να θαυμάσει τα εμπνευσμένα περιβάλλοντα. Εκεί, όμως, που θα μιλούσε κανείς για εξαιρετικό design, έρχεται ο εσωτερικός χώρος του πύργου και κλέβει τις εντυπώσεις. Δαιδαλώδης περιπλοκότητα, ποικιλία και σχεδιαστική αρτιότητα, εναλάσσονται αρμονικά και προσφέρουν μια εμπειρία εξερεύνησης ισορροπημένη τόσο ως προς το οριζόντιο, όσο κι ως προς το κατακόρυφο. Ένα plot twist, μάλιστα, κάπου στα μισά της 6ωρης διάρκειας, προσθέτει νέα δεδομένα εξερεύνησης, επαναπροσδιορίζει το χώρο και -φυσικά- εισάγει νέες περιοχές. Τα μυστικά περάσματα, σε συνδυασμό με το πολύτιμο loot, κάνουν το εξονυχιστικό ψάξιμο μονόδρομο. Εκεί που το Sunken έδειξε το δρόμο με τους διακόπτες, το Old Iron συνεχίζει με πλήρη αναπροσαρμογή του ίδιου του πύργου.

Όμως τα παραπάνω απέχουν μακράν απ’ το να είναι το σημαντικότερο ή -αν θέλετε- απολαυστικότερο feature του παιχνιδιου. Αυτός ο τίτλος ανήκει δικαιωματικά στους εχθρούς και την κατανομή τους στο παιχνίδι. Όλοι τους φρέσκοι κι ιδιαίτεροι, βρίθουν ποικιλίας, που εκτείνεται από πανίσχυρους spellcasters και τηλεμεταφερόμενους backstabbers, σε κινούμενες βόμβες και πύρινους, μεταλλικούς γίγαντες. Καθένας από αυτούς χρήζει διαφορετικής τακτικής αντιμετώπισης. Ο δε συνδυασμός κάποιων (ή όλων) εξ αυτών, μπορεί να αποτελέσει πρόκληση και για τους πλέον σκληρούς παίκτες.
Οι τακτικές επιλογές όμως δεν περιορίζονται εδώ. Διάσπαρτα στο χάρτη βρίσκονται κάποια μυστηριώδη αγάλματα, που δίνουν περαιτέρω boost στους αντιπάλους σας. Από revival και heal μέχρι…spoilers, spoilers. Τα αγάλματα αυτά εξοντώνονται με τη βοήθεια ενός αντικειμένου μοναδικού κι αποκλειστικού στο DLC. Το γεγονός δε ότι τα εκμεταλλεύονται κι οι NPC invaders δίνει μια εικόνα της ΑΙ των αντιπάλων, αλλά και του τι θα αντιμετωπίσει ο παίκτης σε αυτό. Παρ’όλα αυτά, η εξερεύνηση είναι κατά τι ευκολότερη σε σχέση με το προηγούμενο πακέτο, με τη μεγαλύτερη δυσκολία να επικεντρώνεται στα bosses (και σε μια άλλη σαδιστικά σχεδιασμένη περιοχή, που επιτρέπει σοφά τη συμμετοχή όλων των παικτών). Εκεί η κατάσταση ξεπερνάει κάθε προηγούμενο και μπορεί κανείς να μιλήσει για ένα από τα δυσκολότερα bosses ever (με εξαίρεση, ίσως, κάποιο από το DLC που ακολουθεί…)

Όπως και να χει, οι ανταμοιβές είναι πολύ πιο γενναιόδωρες εδώ και μάλιστα δίνονται δύο από τα πιο ενδιαφέρονται όπλα του παιχνιδιού. Το ένα μάλιστα είναι ικανό να αλλάξει και τον τρόπο που παίζατε μέχρι τώρα. Επιπλέον, εκεί που προηγουμένως βλέπαμε να κυριαρχούν τα hexes, εδώ βρίσκονται πανίσχυρα pyromancies, που δεν προσδίδουν μόνο σε καταστροφική δύναμη, αλλά και στον τρόπο που απλώνονται στον χώρο, αλλάζοντας -για πάντα ίσως- το PVP. Φυσικά, δεν ξεχνάμε την κορώνα…
Στο σύνολό του, το Crown of the Old Iron King DLC προσφέρει έναν κάπως μικρότερο κόσμο, με τρεις περιοχές, επτά bonfires, μπόλικα μυστικά κι απολαυστικότατες μάχες. Η διαφοροποίηση των εχθρών, η επιθετική ΑΙ και τα απαιτητικά bosses, σε συνδυασμό με το μοναδικό loot, καθιστούν αυτό το πακέτο ίσως το καλύτερο των τριών κι ένα κραυγαλέο “must have”. Απλά αφήνουμε τον πανέμορφο σχεδιασμό και την εικαστική αρτιότητα ως… το κερασάκι στην τούρτα. Τόσο πύρινο και καυτό “κερασάκι” όμως, που θα σας κάνει να αναπολείτε μέρη δροσερά. Μέρη γεμάτα χιόνι…
Crown of the Ivory King
…στις μακρινές εσχατιές του Βορρά θάβεται η παγωμένη πόλη του Eleum Loyce κάτω από το χιόνι. Ένα χιόνι όχι πέρα για πέρα φυσικό, αλλά φερμένο για να κρύψει τη φλόγα του αιώνιου χάους. Εκεί που χάθηκε ένας άξιος βασιλιάς και που ανάγκασε μια άλλη δύναμη να φέρει τον πιο βαρύ χειμώνα και να κρύψει τα πάντα. Εκεί όπου η επιτυχία θα σημάνει λύτρωση και ευλογία. Αυτή θα είναι ίσως η μόνη συμβατική αντιμετώπιση του τελευταίου DLC, μιας και ξεχωρίζει και διαφέρει μακράν από τα άλλα δύο. Η βαθύτατα παγωμένη κι έντονα χιονισμένη πόλη δεν προσδίδει μονάχα εικαστικό ενδιαφέρον (πόσω μάλλον όταν ένα ακόμα plot twist αλλάζει τα πάντα). Εισάγει κι ένα θέμα σχεδόν άγνωστο μέχρι τώρα. Παγωμένα εδάφη, χιονισμένα πεδία μάχης και φυσικά… το ίδιο το χιόνι και την επιρροή που έχει στον παίκτη, τη μάχη και την εξέλιξη του παιχνιδιού.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι κάποιο setting από ένα υποτιθέμενο Dark Souls III. Απομωνομένο από το υπόλοιπο παιχνίδι, εικαστικά αλλά και σε θέματα gameplay, παρ’όλα αυτά βρίσκεται εδώ. Μετά τα ηλιοβασιλέματα της Majula και την κάψα των Iron Keep και Brume Tower, έρχεται ένα μέρος που θα σας κάνει να κρυώσετε στ’ αλήθεια. Στο πρώτο μισό της διάρκειας του πακέτου όλη η πόλη καλύπτεται από χιονοθύελλα. Αλλά αυτό δεν είναι ένα απλό εφέ. Η ορατότητα επηρεάζεται έντονα. Οι εχθροί εμφανίζονται από το πουθενά, σαν φαντάσματα. Heck… Η μαγική φύση της θύελλας εισάγει και πραγματικά, αόρατα “φαντάσματα” να σας χτυπούν από το πουθενά. Αόρατες σκάλες είπατε; Ναι υπάρχουν και τέτοιες πρωτοτυπίες… Οι πυρσοί σβήνουν μεμιάς. Μόνη κάλυψη οι εσωτερικοί χώροι. Όμως υπάρχουν περιοχές, αχανείς ερημιές, όπου έστω κι ένας τοίχος θα μοιάζει με όαση.

Περιπλάνηση. Μοναξιά. Θάνατος και λύπη. Νέοι εχθροί, νέες προκλήσεις, νέες στρατηγικές. Θλιβερά τοπία, που με κάποιον τρόπο κάνουν έναν ολόασπρο κόσμο να φωνάζει δυνατά τη λέξη “Dark”. Όμως η εκδίκηση έρχεται. Το plot twist αλλάζει τα κόζια κι ο κόσμος -για άλλη μια φορά- επαναπροσδιορίζεται. Όχι τόσο εντυπωσιακά και με πομπώδη τρόπο όπως στο Old Iron King DLC, αλλά πολύ πιο ουσιαστικά. Λέγοντας αυτό, έρχεται και δένει η παρατήρηση ότι αυτός ο κόσμος, το Eleum Loyce, μοιάζει πολύ πιο πραγματικός. Ένα χωριό, ένα κάστρο κι ένας καθεδρικός ναός. Περιπλάνηση από σπίτι σε σπίτι. Παλιοί εχθροί, νέοι εχθροί, νοσταλγία κι ενθουσιασμός. Απόγνωση και θρίαμβος. Αλήθεα, ξεχάσατε γιατί παίζετε Souls παιχνίδια; Παίζετε γιατί σας φέρνουν από το ύψος στο βάθος -και αντίστροφα- αμέτρητες φορές σε κάθε session. Στο Ivory King DLC αυτά υλοποιούνται στο έπακρο.
Έχοντας επίσης τέσσερις περιοχές κι οκτώ bonfires, θα περίμενε κανείς ότι το μέγεθος είναι παραπλήσιο των άλλων πακέτων. Όμως όχι. Το προαναφερθέν twist σηματοδοτεί το πιο ευχάριστο backtrack που είχατε ποτέ, κι αυτό γιατί κάθε περιοχή που θα ξαναδείτε δε μοιάζει πλέον εντελώς σε σχέση με το πως ήταν πριν. Ξεκλειδώνονται επίσης νέα μέρη, νέοι εχθροί, νέα όπλα και προς έκπληξη όλων, απρόσμενα, καινούρια ψήγματα στο lore. Με ένα όπλο που θα κάνει τους αναλυτές στα fora να παραμιλάνε, αρχίζετε να σκέφτεστε πώς θα υλοποιήσετε όλα τα μέχρι τώρα δώρα και των τριών DLC, για να τελειώσετε κι αυτό. Γιατί, για να το τελειώσετε πραγματικά, θα πρέπει να ολοκληρώσετε κι ένα covenant-like quest που θα σας πάρει, πιθανόν, μέρες. Και τότε…τι; Αποκάλυψη επιπλέον στοιχείων του lore, που ωχριούν μπροστά σε αυτό που θα κατασκευάσετε και που αλλάζει όλη την ισορροπία της μάχης από καταβολής Souls παιχνιδιών. Τουλάχιστον στο co-op.

Φυσικά δε θα πρέπει να παραλειφθεί κι η αναφορά στην κορώνα, που συνδυαζόμενη με τις άλλες τρεις, φέρει ελαφρούς τριγμούς στα θεμέλια της φιλοσοφίας του παιχνιδιού. Η προσωπική εκτίμηση του γράφοντος είναι ότι πρόκειται για το σημαντικότερο κι ίσως το πιο καλοστημένο κι ισορροπημένο DLC των τριών κι αποτελεί -μαζί με το Old Iron King- “must have”. Δεν είναι ένα-ένα τα επιμέρους στοιχεία που καταφέρνουν κάτι τέτοιο. Εϊναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης αυτών που γίνεται μεγαλύτερο από το απλό άθροισμά τους.
Επίλογος
Σε μια υπόθεση που έγινε στην αρχή του κειμένου και που φαντάζει να διαβάστηκε πολλές ώρες πριν, θεωρήθηκε σημαντικό για ένα DLC να προσφέρει κάτι ουσιαστικό στο παιχνίδι κι αν είναι δυνατόν, να βελτιώνει την εμπειρία. Το Lost Crowns DLC πετυχαίνει αυτούς τους στόχους με ευκολία κι επιδεξιότητα. Η συλλογή των κορωνών κι ο επικείμενος διάλογος με τον Vendrick θα προσδώσει μικρές, φαινομενικά ασήμαντες ιδιότητες στον παίκτη, που σε συνδυασμό με τα πανίσχυρα καλούδια που κρύβονται καλά μέσα στα νέα επίπεδα, να κάνουν μια new game εμπειρία διαφορετική.
Όμως ο κατάλογος των επιτυχιών δε σταματάει εδώ. Τα παράπονα παικτών και reviewers εισακούστηκαν, και τα DLC χαρακτηρίζονται από έντονα, πλέον, κατακόρυφη διαφοροποίηση, εξαιρετικές ΑΙ, δύσκολα bosses και ύπουλα puzzles. Ό,τι ακριβώς σας έλειψε από τον προηγούμενο τίτλο, αναπληρώνεται εδώ. Το δε επίπεδο δυσκολίας χαμογελάει χαιρέκακα στο νέο επισκέπτη, με δόντια που θυμίζουν mimicry. Ας είναι όμως! Μεγάλη δυσκολία συνεπάγεται αντίστοιχων souls ανταμοιβών κι όταν υπάρχουν mobs που δίνουν μέχρι και 8000 souls, καταλαβαίνετε ότι θα βγείτε από αυτήν τη δοκιμασία με ένα χαρακτήρα πολύ δυνατότερο.
Στην κατακλείδα, αυτό που μετράει είναι αν η προσφερόμενη εμπειρία αποδίδει περισσότερα από αυτά που πήρε. Ή, με πιο απλά λόγια, αν τα λεφτά που ζητούν είναι αντάξια του υλικού που απολαμβάνει ο παίκτης. Όπως κι αν το θέσετε, όμως, η απάντηση είναι ένα βροντερό “ναι”. Αν είστε κάτοχοι του παιχνιδιου -και το ευχαριστηθήκατε- τα Lost Crown DLC δε θα πρέπει να λείπουν από τη συλλογή σας.