
Arcania: Gothic 4
Ζόρικοι καιροί για RPGάδες
Ζόρικοι καιροί για RPGάδες
Συντηρείται εδώ και αρκετό καιρό μία συζήτηση σχετικά με την κατεύθυνση που επιλέγουν μεγάλοι developers για ορισμένα σπουδαία RPG παιχνίδια. Μεγάλη κουβέντα έγινε για τις επιλογές της Bioware στην περίπτωση του Mass Effect 2, κιλά ψηφιακής μελάνης χύθηκαν για την έντονη προσπάθεια της Lionhead να κάνει φιλικό το Fable σε ένα ευρύτερο κοινό, και ας μην αναφέρουμε καλύτερα τα δάκρυα που έρρευσαν και τους οικτιρμούς που εκτοξεύτηκαν για το Final Fantasy XIII. Από όποια σκοπιά και να εξετάσουμε το ζήτημα, όλοι θα καταλήξουμε ότι οι καιροί είναι δύσκολοι για τα RPG παιχνίδια της παλιάς σχολής, είτε δυτικού, είτε ιαπωνικού στυλ, και αυτό μπορεί να αποδοθεί σε πολλαπλούς παράγοντες, όπως στην πρόθεση μίας εταιρείας να αποκτήσει μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό, ή στην απροθυμία της να επενδύσει χρόνο και χρήμα για τη δημιουργία ενός πλούσιου σε περιεχόμενο τίτλου, που δε θα της αποφέρει τα αναμενόμενα.
Γιατί κακά τα ψέματα, η μερίδα εκείνη της gaming κοινότητας που ξυπνούσε με το Planescape, έτρωγε με το Icewind Dale και κοιμόταν με το Gothic αγκαλιά, αποτελεί πλέον μία ταχύτατα φθίνουσα μειοψηφία που –πολύ λυπούμαστε αλλά- δε φαίνεται ικανή να συντηρήσει την ευρώ/δολαριοβόρα σύγχρονη gaming βιομηχανία.
Πώς λέμε Gothic 2; Καμία σχέση
Και μιας και αναφερθήκαμε στο Gothic, ας εξετάσουμε την εξέλιξη της σειράς μέσα σε αυτό το άκρως εχθρικό για παλαιάς κοπής RPG περιβάλλον. Αφού λοιπόν το Gothic 4 κυκλοφόρησε πέρυσι από τους δημιουργούς της σειράς υπό τη μορφή του δύστροπου Risen, που όμως έμενε σχετικά πιστό στην παράδοση των προηγούμενων τριών τίτλων, και ικανοποίησε εν μέρει τους οπαδούς της σειράς, η JoWood, κυκλοφορεί φέτος, ένα άλλο Gothic 4 με την προμετωπίδα Arcania. To οποίο Arcania Gothic 4, θυμίζει τη σειρά Gothic μόνο στο όνομα, και στα –σήμα κατατεθέν- απαράδεκτα voice overs των πρωταγωνιστών.
Κατά τα άλλα και χωρίς να υπεισερχόμαστε σε επιμέρους τομείς όπως των Guilds του Gothic, του συστήματος crafting και forging, και της κλασικής «εκπαίδευσης» των ικανοτήτων μας από τους διάσπαρτους προπονητές του παιχνιδιού, δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ των παλιών Gothic και του ολοκαίνουργιου Gothic 4.
Τίποτα απολύτως από όλα αυτά δεν υπάρχουν στο Arcania και για το λόγο αυτό εξαρχής καθιστούμε ξεκάθαρο, ότι συγκρίσεις με τα προηγούμενα Gothic δε θα γίνουν καθότι δεν υπάρχει λόγος. Το Arcania λοιπόν, απεκδύεται τη στολή του σκληροπυρηνικού και δυσπρόσιτου RPG και μας αποκαλύπτει από νωρίς αυτό που πραγματικά είναι: Ένα action παιχνίδι με υπολείμματα RPG μιας παλιότερης εποχής, που άλλους μπορεί να τους χαροποιήσουν και άλλους να τους δυσαρεστήσουν έως δυσανασχέτησης.
«Παππού, παππού, πες μας μια ιστορία!» «Δεν πάτε για ύπνο καλύτερα;»
Η ιστορία συνδέεται χαλαρά με τα προηγούμενα Gothic, αν και αυτό δεν έχει και πολύ σημασία καθώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού είναι αδιάφορη. ‘Ένας βοσκός μαθαίνει από μια μάγισσα ότι είναι κάτοχος μυστηριακών δυνάμεων και τις χρησιμοποιεί σταδιακά για να εκδικηθεί το χαμό των φίλων και της γυναίκας του από τη βάρβαρη επιδρομή των ανδρών ενός σκληρού άρχοντα της Argan, του γνωστού μας King Rhobar του Τρίτου. Η πορεία του προς την εκδίκηση θα διαβεί δρόμους επαναλαμβανόμενων αποστολών, έντονου respawning των εχθρών (εκτός αν παίζετε στο Hardcore επίπεδο δυσκολίας), και αποπροσανατολισμού που προκαλεί ναυτία.
Προς τα πού πάμε είπαμε;
Το gameplay του τίτλου περιορίζεται σε πολύ στοιχειώδεις και απλοϊκούς RPG μηχανισμούς, που αφορούν στην πραγματοποίηση quest τα οποία ξεκλειδώνουν την ιστορία παρακάτω. Τα quests του τίτλου περιορίζονται στην εξουδετέρωση εχθρών και στην εύρεση artifacts, προσώπων ή πρώτων υλών. Και πραγματικά δε θα υπήρχε κανένα πρόβλημα με το παραπάνω αν όλα αυτά τα quests δεν ήταν απελπιστικά ίδια. Άλλωστε, σχεδόν όλοι οι εξωτερικοί χώροι του παιχνιδιού, αλλά και οι υπόγειες διαδρομές, είναι σχεδόν πανομοιότυπες και οι εχθροί επαναλαμβανόμενοι. Ο δε προσανατολισμός μας στο μικρό χάρτη του παιχνιδιού, αρκετά κουραστικός.
Για να είμαστε ειλικρινείς, καλοδεχτήκαμε το γεγονός ότι κάθε quest έχει την περιγραφή του και δε σε πιάνει από το χεράκι για να σε πάει στο προορισμό σου (γκουχ, sir Peter, γκουχ), αλλά στην πράξη, η ευκαιρία αυτή για εξερεύνηση καταλήγει σε έντονη κεφαλαλγία, αφού ακόμα και λίγα μέτρα πριν το στόχο μας, αυτός δεν εμφανίζεται στο mini map, το οποίο σημειωτέον, ανοίγει ένα ασφυκτικό fog of war.
{PAGE_BREAK}
Η καλύτερη αν και χρονοβόρα λύση, είναι να περιπλανηθούμε ελαφρώς στα, ούτως ή άλλως αυστηρά προκαθορισμένα και απρόσμενα περιορισμένα, μονοπάτια και δρόμους της Argan, και να ανοίξουμε λίγο την ομίχλη, αποκαλύπτοντας στόχους μελλοντικών quests πιο εύκολα. Βασικό συστατικό βεβαίως της πραγματοποίησης των quests, η μάχη, που σαφώς και δε διεκδικεί δάφνες ποιότητας, ποικιλίας και καλώς νοούμενης περιπλοκότητας, αλλά συγκρινόμενη πάλι με αυτή του Oblivion φερειπείν, είναι ικανοποιητικότερη. Βασικοί melee μηχανισμοί, με κάποιες context sensitive κινήσεις που θυμίζουν Assassins Creed, πανίσχυρες ranged επιθέσεις που σχεδόν ποτέ δεν χάνουν το στόχο τους, και τριών ειδών ξόρκια (fire, ice, shock), καθώς και ένα υποτυπώδες stealth άρωμα είναι όλα κι όλα τα gameplay συστατικά της μάχης.
Φτωχά μεν, ικανοποιητικά δε για τον gamer που απλά θα θελήσει να κάνει ένα πέρασμα από τον κόσμο της Myrtana, αποφασισμένος να μην απογοητευτεί από την τροπή που πήραν τα πράγματα. Για τους υπόλοιπους δε βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά
Στράαατα, στρατούουουλα…
Το Gothic 4 διαθέτει σχετικά ικανοποιητική εξερεύνηση, αν και όπως προαναφέραμε, από ένα σημείο και ύστερα, ο κόσμος της Argan, θα μας φανεί εξαιρετικά περιορισμένος. Ως ένας μακρινός συγγενής των πρώτων εκείνων Gothic, περιέχει αρκετό loot, το οποίο όμως δεν αποδεικνύεται και φοβερά χρήσιμο, αφού εξ αρχής η δουλειά μας γίνεται και με τα βασικά όπλα και εξαρτήματα μας, και συχνά θα πιάσουμε τον εαυτό μας να ξεχνά να αναβαθμίζει τον εξοπλισμό του. Εννοείται ότι οι μάχες αποφέρουν Experience Points με σεσημασμένη δυσαναλογία και έλλειψη ισορροπίας.
Ενώ είμαστε στο δέκατο επίπεδο, ακόμα θα μπορούμε να εκτελούμε ικανοποιητικό leveling σκοτώνοντας έντομα και αγριογούρουνα! Η κατανάλωση των experience points γίνεται σε ένα πολύ περιορισμένο skill tree με τη μορφή skill points, και είναι διαδικασία προσιτή ακόμα και σε ανθρώπους που δεν έχουν παίξει ούτε ένα RPG στη ζωή τους.
Άλλωστε, η ανάπτυξη των χαρακτηριστικών και των δυνατοτήτων μας στη μάχη δεν εξαρτάται από τίποτε άλλο, παρά από το πώς θα κατανείμουμε εμείς τους πόντους αυτούς κατά το δοκούν. Τέλος, υπάρχει και το σύστημα crafting και forging, που επίσης επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω του μενού, και δεν απαιτεί κάποια ιδιαίτερη διαδικασία, πέρα από το να γνωρίζουμε τη συνταγή και να έχουμε τα απαραίτητα υλικά. Βεβαίως, για εξέλιξη του χαρακτήρα και της σχέσης του με τους NPCs και τον κόσμο του παιχνιδιού, ούτε λόγος, και βάσει των στοιχείων που αποκομίσαμε παίζοντας το Arcania, καλύτερα που έγινε έτσι. Ο κόσμος του παιχνιδιού σε επίπεδο αλληλεπίδρασης και ζωντάνιας, είναι Νεκρά Φύσις.
Όλα κινούνται απόλυτα προκαθορισμένα έως ότου έρθει ή ώρα να λάβουμε ένα quest. Πέραν αυτού, τίποτε άλλο. NPCs που στέκουν αιωνίως στη θέση τους, που δεν αντιδρούν ό,τι και να κάνουμε (αν τους αδειάσουμε το σπίτι επί παραδείγματι), πλάσματα και εχθροί που αναπαράγονται και μας επιτίθενται άμα τη επαφή, και κεντρικοί χαρακτήρες που είτε υπάρχουν, είτε δεν υπάρχουν είναι ένα και το αυτό.
Και απόλυτα αντίστοιχη με τους χαρακτήρες και την πλοκή είναι η απόδοση των ρόλων από τους ηθοποιούς ή τους εργαζόμενους στη Spellbound (δύσκολα φανταζόμαστε ότι πρόκειται για επαγγελματίες ηθοποιούς και πολύ πιθανόν να έχουμε δίκιο), συνεχίζοντας απαρέγκλιτα τη χρόνια παράδοση γερμανικών τίτλων με απαράδεκτη απόδοση σε άλλες γλώσσες. Ούτως ή άλλως, ακόμα και μία αξιοπρεπής απόδοση του σεναρίου θα ηχούσε περίεργα, αφού το ίδιο το σενάριο και οι ατάκες των πρωταγωνιστών δεν ξεπερνούν καν το επίπεδο του “απλά ανεκτού”.
{PAGE_BREAK}
Oblivionesque
Τεχνολογικά ο τίτλος δεν τα πηγαίνει άσχημα. Παρά την ύπαρξη κάποιων bugs και κάποιων θεμάτων με το pop up και το frame rate, η απόδοση του παιχνιδιού στο PC είναι ικανοποιητική, ιδίως αν σκεφτούμε την απελπιστική κατάσταση του Gothic 3 όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Έντονη παραφωνία είναι αυτή των animations, ιδίως κάποιων NPCs και αντιπάλων από μακρινή απόσταση. Κατά τα άλλα, ο κόσμος του Arcania, είναι αρκετά όμορφος, στα χνάρια του Oblivion και του Two Worlds, με μεγάλα δάση, βουνοκορφές, μικρές πόλεις με μεσαιωνικού τύπου σπίτια και κάστρα, και διάσπαρτες κατασκευές, από Ναούς και μυστικιστικές κατακόμβες, έως ορυχεία και πύργους στη μέση του πουθενά. Είναι βέβαια αξιοσημείωτη η ανακύκλωση και η επανάληψη περιβαλλόντων και κατασκευών, αλλά τουλάχιστο η εικαστική τους παρουσίαση δεν έχει κάτι το μεμπτό.
Τέλος, στον ηχητικό τομέα, ο τίτλος δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη μετριότητα με μόνη φωτεινή εξαίρεση το μουσικό τμήμα που περιέχει ορισμένα όμορφα κομμάτια, τα οποία αναπότρεπτα συχνά πυκνά επαναλαμβάνονται. Στην έκδοση του Xbox 360, δυστυχώς, τα πράγματα δεν βαίνουν το ίδιο καλώς. Χαμηλός ρυθμός ανανέωσης της οθόνης, που μοιάζει να αποτελεί επιλογή των δημιουργών προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω παραχωρήσεις που θα προστίθεντο στις ήδη πολλές υπάρχουσες.
{VIDEO_1}
Πολύ χαμηλή ανάλυση και θολή εικόνα, διακοπτόμενη κίνηση των πιο μακρινών χαρακτήρων και πλασμάτων, δυσδιάκριτοι σχηματισμοί στο έδαφος, βλάστηση που ως δια μαγείας εξαφανίζεται προκειμένου να παρασχεθεί πεδίο ορατότητας, και πολύ έντονο pop up. Τουλάχιστον, σε τομείς gameplay και χειρισμού του menu, η μεταφορά στην κονσόλα δεν κόστισε και πολλά. Παρατηρείται καλό mapping δυνάμεων, όπλων και αντικειμένων προς χρήση, και το menu ανταποκρίνεται και δεν προκαλεί ημικρανίες όπως σε άλλες ανάλογες άστοχες μεταφορές και προσπάθειες συμβιβασμού των απαιτήσεων ενός τέτοιου είδους παιχνιδιού με το gamepad του Xbox 360.
Και μη παρέκει…
Εξοστρακίζοντας οιαδήποτε σκέψη σύνδεσης του τίτλου με τα πολύ μακρινά εξ αγχιστείας ξαδεlφάκια του, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το Gothic 4 θα ικανοποιήσει εκείνους που θέλουν να έχουν μια πρώτη επαφή με το είδος των RPGs και επιθυμούν να εξοικειωθούν με μηχανισμούς που τους φοβίζουν και τους απωθούν λόγω δυσκολίας στα παιχνίδια αυτά. Ας μη γελιόμαστε. Κανένας άπειρος παίκτης δεν ξεκίνησε το Gothic 2 και δεν το παράτησε στα επόμενα 45 με 50 λεπτά. Αλλά σαφώς, δε μπορούμε και να ισχυριστούμε ότι το Arcania προσφέρει κάτι παραπάνω από ένα προπαρασκευαστικό στάδιο για επίδοξους RPGαδες.
Και αυτό το κάνει σε ένα πολύ βασικό και θεμελιακό επίπεδο. Τόσο βασικό και στοιχειώδες που σε σημεία καταντάει συμπαθές. Αλλά μέχρι εκεί.
Σάββας Καζαντζίδης