
Phonopolis | Review
Οι παραισθήσεις από την Amanita συνεχίζονται!
Σχεδόν κάθε review μας για νέο παιχνίδι από την Amanita Design, συνοδεύεται από φιλοσοφικές αναζητήσεις, ύμνους ως προς το art direction και την ευρηματικότητα της ομάδας, αλλά και αναφορές στις πάμπολες εξαιρετικές προηγούμενές της προσπάθειες (Samorost, Botanicula, Creaks, Machinarium, Chuchel, κ.λπ.). Και φυσικά, πάντα υπάρχει και η γενικότερη υπόκλιση σε αυτή τη μικροσκοπική εταιρία μόνο 30 ατόμων από την Τσεχία, που εδώ και 23 περίπου χρόνια χαρίζει στη βιομηχανία ορισμένους τόσο μα τόσο ιδιαίτερους τίτλους, που μας κάνουν κάθε φορά να θυμόμαστε γιατί αγαπάμε τα video games.
Κρατώντας λοιπόν αυτή τη φορά την εισαγωγή μας στα απολύτως απαραίτητα, θα περάσουμε αμέσως στο ψητό. To Phonopolis, λοιπόν, αποτελεί ένα παιχνίδι που οι ρίζες του ξεκίνησαν πριν τουλάχιστον 10 χρόνια από μια άλλη τσέχικη εταιρία με το όνομα “Hammerware”.

Ωστόσο, η μοίρα του άλλαξε ριζικά όταν τράβηξε την προσοχή του Jakub Dvorský, ιδρυτή της Amanita Design. Φαίνεται ότι διέκρινε πίσω από την ιδέα κάτι πραγματικά ενδιαφέρον, και έτσι, η ανάπτυξή του μεταφέρθηκε επίσημα υπό την ομπρέλα τους το 2016. Η παραγωγή του ήταν δύσκολή, αργή και χρειάστηκε πολύ προετοιμασία μέχρι να είναι έτοιμοι να το παρουσιάσουν στο κοινό το 2022. Και μετά χρειάστηκαν άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει το παιχνίδι κανονικά στην αγορά.
Οι λόγοι όμως για αυτή την πολύχρονη παραγωγή είναι ότι πρόκειται και για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και σύνθετα παιχνίδια που έχει φτιάξει η Amanita. Ενώ όλοι οι προηγούμενοι τίτλοι τους ήταν 2D, το Phonopolis είναι ένας αμιγώς 3D τίτλος, που όμως είναι σχεδιασμένος σε ένα εντελώς αναπάντεχο 12 frame per second περιβάλλον. Η επιλογή αυτή έγινε με πολύ συγκεκριμένο στόχο έτσι ώστε να αποδώσει μια stop-motion-animation αισθητική στο κόσμο του παιχνιδιού.

Και γιατί να το κάνει αυτό; Γιατί όλα τα textures του παιχνιδιού, από τα backgrounds μέχρι τα αντικείμενα και τους χαρακτήρες, όλα τους έχουν ξεκινήσει τη ζωή τους επάνω σε χαρτόνια. Οι δημιουργοί έκοβαν χαρτόνια στο σχήμα που ήθελαν, ζωγράφιζαν επάνω με λαδο/νερομπογίες, τα επεξεργάζονταν με γυαλόχαρτο και διάφορες άλλες τεχνικές για να τους δώσουν μια ιδιαίτερη υφή, και μετά τα φωτογράφιζαν και τα χρησιμοποιούσαν για τα textures του παιχνιδιού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία, αλλά το οπτικό αποτέλεσμα μιλάει από μόνο του και είναι για άλλη μια φορά απλώς συγκλονιστικό.
Το οπτικό στυλ και η ατμόσφαιρα αντλούν έμπνευση από τα πρωτοποριακά καλλιτεχνικά κινήματα του μεσοπολέμου, ενσωματώνοντας στοιχεία από τον κονστρουκτιβισμό, τον φουτουρισμό και τον σουπρεματισμό, ενώ ταυτόχρονα βλέπεις μια διαχρονική ιστορία απολυταρχισμού, επανάστασης και της αέναης ανθρώπινης πραγματικότητας.

Η πλοκή του Phonopolis, λοιπόν, μας μεταφέρει σε μία παράξενη πόλη όπου η προσωπική βούληση έχει εκμηδενιστεί για χάρη μιας καταναγκαστικής συλλογικής πειθαρχίας υπό την καθοδήγηση του Leader. Κεντρικός ήρωας είναι ο Felix, ένας πολίτης της χαμηλότερης «κάστας» στην πόλη, που εργάζεται στη συλλογή και καταστροφή απορριμμάτων και αντικειμένων από τα παλαιότερα χρόνια.
Ο έλεγχος των πολιτών επιτυγχάνεται μέσα από ένα δίκτυο γιγαντιαίων μεγαφωνών, από τα οποία ο αυταρχικός Leader της πόλης εκπέμπει συνεχώς διαταγές, εξουδετερώνοντας κάθε κριτική σκέψη αλλά και σταδιακά εξαφανίζοντας τις αναμνήσεις του από την παλαιότερη ζωή τους. Τα πράγματα παίρνουν δραματική τροπή όταν γίνεται γνωστό ότι επίκειται η μετάδοση του «Απόλυτου Τόνου» – ενός καταστροφικού ηχητικού σήματος που σκοπεύει να μετατρέψει οριστικά τους κατοίκους σε παντελώς άβουλα όντα, σβήνοντας για πάντα κάθε ίχνος της προσωπικότητάς τους.

Αυτό που κάνει την ιστορία να ξεχωρίζει, είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει αυτά τα βαριά, οργουελιανά θέματα, ντύνοντάς τα με μια έντονη αίσθηση θεατρικότητας και ιδιοφυούς σάτιρας. Η ανατροπή ξεκινά όταν ο Felix βρίσκει τυχαία μια συσκευή που τον προστατεύει από τις κρατικές συχνότητες, με αποτέλεσμα να γίνει ο μοναδικός άνθρωπος που έχει ακόμα καθαρό μυαλό για να σταματήσει το κακό.
Οι δημιουργοί, όμως, ορθά αποφάσισαν να μη βυθίσουν το παιχνίδι στην κατήφεια. Αντίθετα, παρά το σοβαρό θέμα που πραγματεύεται, το σενάριο επιστρατεύει έξυπνο χιούμορ στις κατάλληλες στιγμές, έξυπνες σουρεαλιστικές γραφειοκρατικές καταστάσεις που δένουν άψογα με ένα τέτοιο καθεστώς και πολλαπλούς εκκεντρικούς δευτερεύοντες χαρακτήρες. Πρόκειται για μια αλληγορική και βαθιά ανθρώπινη αφήγηση, η οποία, παρά το σκοτεινό της υπόβαθρο, λειτουργεί ως ένας αισιόδοξος ύμνος στην ελευθερία της έκφρασης, στην αξία της διαφορετικότητας αλλά και στην αναπόσπαστη ανθρώπινη πραγματικότητα.

Και το γεγονός ότι για πρώτη φορά σε παιχνίδι της εταιρείας έχουμε voice acting, με τον πρωταγωνιστή να περιγράφει και να μεταφέρει όλες τις συζητήσεις σαν να ακούμε voice acting σε audio book, οδηγεί την ιστορία Phonopolis να αποκτά μια βαθύτερη ψυχή και αξία.
Στα του gameplay τώρα, όπως και στα περισσότερα παιχνίδια της Amanita Design έτσι και εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πατροπαράδοτο point & click τύπου Monkey Island, αλλά με ένα puzzle game στο οποίο προχωράς από σκηνή σε σκηνή λύνοντας το εκάστοτε puzzle. Μπορεί να είναι πιο ελεύθερο σε περιφορά κάποιες στιγμές, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα του δουλεύει με τη λογική των σκηνών, που όμως τρέχουν πολύ ομαλά και με σωστή ροή και ξεγελάνε τον παίκτη ότι έχει παραπάνω δυνατότητες εξερεύνησης.

Η δε ποιότητα και το στυλ των γρίφων είναι και αυτό στα κλασικά μονοπάτια της εταιρίας. Κυμαίνονται από σχετικά απλής έως μέτριας δυσκολίας, αλλά οι περισσότεροι είναι ιδιαίτερα έξυπνοι και πολύ πολύ σπάνια θα πείτε πως έχετε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Σε ένα genre όπου η ανακύκλωση στους γρίφους δίνει και παίρνει, είναι πάντοτε αναζωογονητικό να βλέπεις μια προσπάθεια που ξεφεύγει από την πεπατημένη.
Βέβαια, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα άψογο. Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου η λύση ενός γρίφου λύνεται μόνο με trial & error, καθώς δεν υπάρχει κάποιο hint που να υποδηλώνει τη σωστή λύση. Και ενώ συγγραφικά η κορύφωση είναι ωραία, «παικτικά» η τελευταία σεκάνς γρίφων είναι μάλλον φτωχή ως επιλογή, χάνοντας την ευκαιρία για κάτι ανώτερο. Επίσης, είναι σημαντικό να έχει κανείς κατά νου ότι, ως συνήθως, τα παιχνίδια της Amanita είναι μικρά σε διάρκεια. Το Phonopolis δεν διαφέρει σε αυτό τον τομέα, με συνολική διάρκεια περίπου στις 4 ώρες.

Συνοψίζοντας, το Phonopolis επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά γιατί η Amanita Design θεωρείται ένα από τα πιο πολύτιμα και ξεχωριστά στούντιο στη βιομηχανία των video games. Παρά τη μικρή του διάρκεια και κάποιες μικρές αστοχίες σε (ευτυχώς λίγους) γρίφους, το αποτέλεσμα δικαιώνει απόλυτα τη δεκαετή του ανάπτυξη. Η μετάβαση στις τρεις διαστάσεις, με τη συγκλονιστική stop-motion αισθητική από αληθινό χαρτόνι, σε συνδυασμό με την πρωτοποριακή προσθήκη αφήγησης τύπου audio book, χαρίζει στο παιχνίδι μια βαθύτερη ψυχή και μια οπτική ταυτότητα που όμοιά της σπάνια συναντά κανείς.
Το παιχνίδι καταφέρνει να πάρει μια βαριά ιστορία απολυταρχισμού και να τη μετατρέψει σε έναν αισιόδοξο, πανέμορφο ύμνο για την ελευθερία της έκφρασης, εμπλουτισμένο με έξυπνο χιούμορ και μοναδική σάτιρα. Αν αναζητάτε μια αναζωογονητική εμπειρία με έξυπνους γρίφους που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα κλισέ του είδους, το ταξίδι του Felix απέναντι στον «Απόλυτο Τόνο» είναι μια μοναδική καλλιτεχνική εμπειρία που δεν πρέπει να χάσετε.
Το Phonopolis κυκλοφορεί από τις 20/5/26 για PC. Το review μας βασίστηκε σε review code που λάβαμε από την Amanita Design.