Silver Pines | Review

Μερικά χιλιόμετρα δίπλα από το Twin Peaks.

Ποιος θα το περίμενε ότι το 2026, έπειτα από εκατοντάδες metroidvania, θα μπορούσε να μας έρθει μία νέα πρόταση στο είδος που να δείχνει πραγματικά φρέσκια. Κι αυτό γιατί το Silver Pines είναι τόσο διαφορετικό από τις συνηθισμένες προτάσεις του είδους, που μπορεί να αργήσει να αντιληφθεί κανείς ότι ακολουθεί πιστά τις επιταγές της κατηγορίας. Άλλωστε, η πρώτη εντύπωση που θα δημιουργήσει είναι πως πρόκειται για μία μίξη μεταξύ Silent Hill και Twin Peaks.

Αυτή η ενδιαφέρουσα μίξη έρχεται και πλέκεται με τους κανόνες των metroidvania, συνθέτοντας ένα απολαυστικό σύνολο για τους λάτρεις τόσο του συγκριμένου είδους όσο και των προαναφερθέντων πηγών έμπνευσης (τις οποίες το Silver Pines δεν παπαγαλίζει, διαμορφώνοντας τελικά μία εντελώς ξεχωριστή εμπειρία). Αξίζει ειδικής αναφοράς ότι αυτό το τόσο ενδιαφέρον πόνημα έρχεται από μία ολιγομελέστατη ομάδα ανάπτυξης, μικρότερη των δέκα ατόμων, οι οποίοι βρίσκονται διάσπαρτοι στη Σκανδιναβία.

Το Silver Pines ξεκινάει με μυστηριώδη τρόπο, βλέποντας τον ντετέκτιβ Red Walker απλά να ξυπνάει σε μία κλασική καφετέρια / εστιατόριο της αμερικάνικης υπαίθρου, στη φανταστική κωμόπολη του Silver Pines. Σύντομα θα μάθουμε ότι ο βασικός του στόχος είναι ο εντοπισμός του λεγόμενου “Eddie Velvet”. Για ποιον λόγο θέλει να τον εντοπίσει και τι θέλει να κάνει με αυτόν είναι κάτι που θα μας αποκαλύψει σταδιακά η πλοκή.

Παρότι ο πρωταγωνιστής δεν πάσχει από αμνησία, η ιστορία και πάλι θα λέγαμε ότι μεταχειρίζεται την πλοκή σαν να είχε απώλεια μνήμης. Τουλάχιστον εμάς, ως εξωτερικό παρατηρητή, μας δίνει με εντελώς φειδωλό τρόπο τις πληροφορίες, αν και ο ίδιος ο Walter φαίνεται με τη σειρά του να μην ξέρει ακριβώς τον λόγο για τον οποίο έχει αυτόν τον στόχο. Εξαρχής το παιχνίδι επιχειρεί να καλλιεργήσει ένα πέπλο μυστηρίου, κάτι που έχει ως πρωταρχικό στόχο να δημιουργήσει μία άβολη ατμόσφαιρα και λιγότερο να μεταφέρει μία πλοκή με πραγματικά απρόσμενες αποκαλύψεις.

Η αίσθηση πως κάτι πάει πολύ στραβά σε αυτήν την τοποθεσία τονίζεται ακόμα περισσότερο όταν γίνει σαφές πως το Silver Pines είναι πρακτικά εγκαταλελειμμένο. Έχουν ξεμείνει μόνο ελάχιστοι κάτοικοι, εκ των οποίων κανένας δεν φαίνεται να είναι… στα καλά του. Μία κοπέλα που πάσχει από κατάθλιψη, ένας τύπος που στην κυριολεξία σκάβει τον λάκκο του, ένας σερίφης που φαίνεται να κοιτάει με στραβό μάτι τον Walter χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο και λίγοι ακόμα αινιγματικοί, περίεργοι – και κάθε άλλο παρά νορμάλ – χαρακτήρες θα βρεθούν μπροστά μας.

Η αφήγηση επιχειρεί και πετυχαίνει να προσδώσει μία αλλόκοτη υφή στα τεκταινόμενα, σε ένα περιβάλλον που διαρκώς δημιουργεί την εντύπωση πως βρισκόμαστε σε έναν ζωντανό εφιάλτη. Συνεπώς, ως ένα άλλο Silent Hill, δεν θα μπορούσαν να λείπουν και διάφορα αλλόκοτα τέρατα, ανθρωπόμορφα και μη, που περιφέρονται στους δρόμους και τους εσωτερικούς χώρους του Silver Pines. Εκτός από metroidvania, το Silver Pines εισέρχεται ξεκάθαρα και στα survival horror μονοπάτια, πετυχαίνοντας – όσο ελάχιστα παιχνίδια του είδους – το σκέλος του survival.

Το περιορισμένο inventory (ποτέ όμως σε σημείο που να αποτελεί τροχοπέδη) λειτουργεί ιδανικά προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως και τα μετρημένα πυρομαχικά αλλά και η χαμηλή αντοχή των melee όπλων. Κάθε χτύπημα και κάθε πυροβολισμός έρχονται για να μας βάλουν σε σκέψεις για το αν έχουμε τα κατάλληλα εφόδια για να προχωρήσουμε παρακάτω, ιδίως όταν πηγαίνουμε προς αχαρτογράφητες περιοχές.

Στο θέμα του looting, που πάει χέρι χέρι με το survival στοιχείο, η ομάδα ανάπτυξης έκανε υποδειγματική δουλειά. Η αίσθηση της επιβράβευσης και της ανακούφισης συνοδεύει σχεδόν πάντα τον εντοπισμό κάποιου συρταριού, ντουλάπας, τσάντας κ.λπ., καθώς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα βρούμε εφόδια που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα φανούν χρήσιμα.

Με τη σειρά του, το κομμάτι της εξερεύνησης αποδίδεται ιδανικά. Το Silver Pines μπορεί να φαντάζει περιορισμένο αρχικά, ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου γίνεται αντιληπτό ότι έχει χορταστική διάρκεια, που μπορεί να ξεπεράσει τις 12 ώρες. Περιλαμβάνονται πολυάριθμοι εσωτερικοί χώροι, κύριοι και προαιρετικοί, οδηγώντας μας σε διάφορα κτήρια (αστυνομικό τμήμα, σινεμά κ.λπ.) και εγκαταστάσεις.

Στα περισσότερα από τα περιβάλλοντα η παρατηρητικότητα μπορεί να σας οδηγήσει σε ποικίλους κρυφούς χώρους και πολύτιμες πρώτες ύλες ή αναβαθμίσεις για τον χαρακτήρα και τον εξοπλισμό του. Αυτοί οι κρυμμένοι χώροι είναι έξυπνα τοποθετημένοι απαιτώντας από τον παίκτη να δίνει προσοχή στον χώρο.

Γενικότερα, το Silver Pines αποφεύγει να τραβήξει από το χέρι τον παίκτη, καθώς, εκτός από τα προαιρετικά μυστικά, συμπεριλαμβάνει και έναν σεβαστό αριθμό γρίφων, οι περισσότεροι εκ των οποίων απαιτούν αναλυτική σκέψη πίσω από τα στοιχεία που μας δίνονται από σημειώματα αλλά και το ίδιο το περιβάλλον. Δεν μιλάμε βέβαια για περιπτώσεις hardcore adventure, αλλά και πάλι αποτελούν καταστάσεις όπου χρειάζεται προσοχή στον χώρο και στα κάθε λογής σημειώματα ώστε να εντοπίσουμε τη λύση.

Το κομμάτι της εξερεύνησης εμπλουτίζεται σημαντικά από την καθαρόαιμη metroidvania λογική, που σταδιακά μας δίνει νέα εργαλεία, πάντα μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης εποχής όπου διαδραματίζεται και της προσγειωμένης φύσης του πρωταγωνιστή, δηλαδή ενός απλού ανθρώπου που έχει μπλέξει σε μία θανατηφόρα κατάσταση. Τουτέστιν, δεν υπάρχουν διπλά άλματα, dashes και λοιπές εξτρά ικανότητες που βρίσκουμε στην πλειοψηφία των τίτλων του είδους.

Στο Silver Pines, ο Walker βρίσκει νέα εργαλεία με τη μορφή ενός λοστού, που του επιτρέπει πλέον να ξεχαρβαλώνει σανίδες, μιας βαριάς, με την οποία μπορεί να σπάει τοίχους, μίας μανιβέλας για να γυρνάει συγκεκριμένους μηχανισμούς κ.λπ. Καθημερινά εργαλεία δηλαδή, που η εύρεσή τους δεν παύει να δημιουργεί ενθουσιασμό, αφού άμεσα δημιουργείται η περιέργεια για την επιστροφή σε προηγουμένως απροσπέλαστες περιοχές.

Στο κομμάτι της εξερεύνησης ιδιάζουσας σημασίας αποτελεί και το δάνειο από την πανέξυπνη προσθήκη που μας είχε φέρει το αδικημένο Prince of Persia: The Lost Crown σχετικά με τα σημειώματα που μπορούσαμε να αφήσουμε στον χάρτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Walker μπορεί να χρησιμοποιεί μία φωτογραφική μηχανή polaroid, ώστε οποιαδήποτε στιγμή να βγάζει μία φωτογραφία στο σημείο του χάρτη όπου βρίσκεται, κάτι που μπορεί να μας υπενθυμίσει με ευκολία τη φύση ενός απροσπέλαστου σημείου.

Το ποιοτικό σύνολο του Silver Pines κλείνει ο τομέας της μάχης, πιστός και αυτός στους άγραφους κανόνες των παλιότερων survival horror. Η τρωτότητα του Walker είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα, όντας ένας απλός άνθρωπος και όχι κάποιος ήρωας με στρατιωτική εκπαίδευση. Η στόχευση, είτε με melee είτε με πυροβόλο, γίνεται πάντα ενώ ο χαρακτήρας είναι ακίνητος, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργεί καλά και αρμονικά με τη δημιουργία του άγχους και της έντασης. Προς αυτήν την κατεύθυνση λειτουργεί και ο χειροκίνητος μηχανισμός για το τράβηγμα του κλείστρου, πριν από κάθε βολή αλλά και το γέμισμα σφαίρα, σφαίρα.

Οι εχθροί έρχονται κατευθείαν κατά πάνω μας και πάντα χρειάζεται προσοχή στο πότε θα χτυπήσουμε εκ του σύνεγγυς και πότε θα ξοδέψουμε σφαίρες. Υπάρχει μία σεβαστή ποικιλία διαφορετικών τύπων εχθρών, ώστε να μας κάνουν να σκεφτόμαστε διπλά για την επιλογή των πόρων που θα ξοδέψουμε για την εξόντωσή τους, ιδίως έχοντας στο μυαλό μας ότι λίγο παρακάτω μπορεί να εμφανιστεί κάποιος ισχυρότερος κίνδυνος.

Δεν λείπουν και τα boss fights, τα οποία, αν και αρκετά τυπικά, δεν παύουν να μας οδηγούν σε συγκρούσεις όπου θα πρέπει να έχουμε κάνει την κατάλληλη προετοιμασία για να τα βγάλουμε πέρα. Συνολικά, στον τομέα της μάχης και στην τρίτη από τις τέσσερις δυσκολίες (όπου προτείνεται από το ίδιο το παιχνίδι – και από εμάς) η κατάσταση είναι απαιτητική, πρωτίστως όσον αφορά στη σωστή διαχείριση των εφοδίων, αλλά και στις ψύχραιμες κινήσεις όταν εμφανίζονται εχθροί.

Κάπου εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε και την εκκεντρική αλλά κάτι παραπάνω από ταιριαστή προσέγγιση της ομάδας ανάπτυξης στο θέμα των animations, δημιουργημένα με τη ροτοσκοπική μέθοδο. Η συγκεκριμένη τεχνική σημαίνει ότι κινηματογράφησαν κανονικούς ανθρώπους να πραγματοποιούν διάφορα animations και έπειτα σχεδίασαν ψηφιακά πάνω από αυτά, αποδίδοντας αυτήν την ιδιαίτερη αισθητική που δείχνει σαν να βρίσκεται μεταξύ ρεαλιστικής αποτύπωσης των κινήσεων του χαρακτήρα και stop motion.

Αυτού του είδους τα animations συνοδεύουν κάτι παραπάνω από ιδανικά το εικαστικό σκέλος του παιχνιδιού, που παραπέμπει σε λεπτομερείς graphic novel καταστάσεις, αποδίδοντας κατάλληλα την καταχνιά του Silver Pines. Μία κωμόπολη που δείχνει να βρίσκεται  σε ένα αιώνιο σούρουπο και διαρκές ψιλόβροχο.

Δεν λείπουν ωστόσο και ορισμένα παράπονα. Η αλήθεια είναι, πως όταν ανοίξει ο χάρτης σε αρκετά μεγάλο βαθμό, πλέον το backtracking αρχίζει να αποτελεί ένα σχετικό πρόβλημα, ιδίως για όποιον θα θέλει να φτάσει το 100% της εξερεύνησης. Το σίγουρο είναι ότι μία μορφή fast travel θα βοηθούσε σε αυτό το κομμάτι (και όχι, αυτό με τα περιορισμένα σκάφη που περιλαμβάνει, δεν μετράει…).

Επίσης, αντιλαμβανόμαστε το σύστημα των παραδοσιακών saves (εδώ χρησιμοποιούμε κέρματα σε τηλεφωνικές συσκευές) αλλά κάπου θα μπορούσαν να ενσωματώνουν και ορισμένα checkpoints, ιδίως πριν από κάποιο απρόσμενο boss fight. Απλά, θα πούμε ότι ορισμένες φορές χρειάστηκε να επαναλάβουμε μισή ώρα παιχνιδιού, αφότου μία “άτσαλη” σύγκρουση σε κάποιο αναπάντεχο και δύσκολο σημείο, μας έφερνε απρόσμενα στο “game over”.

Ωστόσο, αυτά τα μειονεκτήματα εν τέλει δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη επίπτωση στη συνολική εμπειρία που δίνει το Silver Pines. Συνδυάζοντας αρμονικά τα νευραλγικά στοιχεία των metroidvania και survival horror, μέσα από το ιδιαίτερο εικαστικό του αλλά και την ευφυή ροτοσκοπική υλοποίηση των animations, το Silver Pines καταφέρνει να προσφέρει μία εμπειρία που είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά αναγνωρίσιμη αλλά και μοναδικά ξεχωριστή.

Το Silver Pines κυκλοφορεί από τις 8/10/26 για PS5, PC, Switch 2, Switch και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από την Team 17.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1475

Υποβολή απάντησης