
Saints Row: Gat Out of Hell
Βόλτα στα λημέρια του... "εξ από 'δω".
Βόλτα στα λημέρια του… “εξ από ‘δω”.
Τρία χρόνια έχουν περάσει από το κλείσιμο της THQ, αλλά η “καφρίλα” και το μεράκι των developers της σειράς Saints Row διατηρήθηκε αψεγάδιαστο, μέχρι τη στιγμή όπου δόθηκε ευκαιρία στη Volition να δημιουργήσει το τέταρτο μέρος της… “epicης” σειράς της. Η μεγάλη εισπρακτική επιτυχία του Saints Row IV, που διαδέχθηκε την κυκλοφορία του, αποτέλεσε το έναυσμα για την ανάπτυξη του πρώτου επίσημου stanbd alone πακέτου επέκτασης για τη σειρά, ξεπερνώντας κάθε είδους φαντασία. Οι developers της Volition, σε συνεργασία με την High Voltage Software, σκεπτόμενοι το τι θα μπορούσαν να ενσωματώσουν στη σειρά μετά τις συμμορίες, τους εξωγήινους και τα τέρατα, κατέληξαν τελικά στα υπερφυσικό στοιχείο, το οποίο αποτέλεσε μια φρέσκια και σημαντική προσθήκη στο επόμενο βήμα του franchise Saints Row. Λίγο η φαντασία, λίγο η ανάγκη για εκμετάλλευση του ονόματος και λίγο το… υπογεγραμμένο συμβόλαιο των δημιουργών με το σατανά, ήταν αρκετά για να εμφανιστεί ως εκ θαύματος το Saints Row: Gat out of Hell, οδηγώντας μας στο “βούρκο της αμαρτίας και της ακολασίας” (υποτίθεται).
Αρχικά, το πρώτο και εύλογο ερώτημα που δημιουργείται στους gamers με το άκουσμα της θεματολογίας του expansion, είναι το “Που κολλάει η κόλαση;” (εξαιρούνται οι fans της σειράς που ήδη ξέρουν πως όλα είναι δυνατά όταν μιλάμε για το Saints Row) με την απάντηση να είναι πολύ πιο απλή από ό,τι φαίνεται. Έτσι λοιπόν, μια απλή μέρα, η συμμορία των Saints ετοίμασε ένα πάρτι έκπληξη στην Kinzie για να γιορτάσουν τα γενέθλιά της. Με το πάρτι να κινείται σε ξέφρενους ρυθμούς, κάποια από τα μέλη της συμμορίας αποφάσισαν να παίξουν το επιτραπέζιο παιχνίδι Juju (αντίστοιχο του Ouija) για να διασκεδάσουν. Σε μια από τις απόπειρές τους να επικοινωνήσουν με τον κόσμο των πνευμάτων, ανοίγει η πύλη της κολάσεως, η οποία ρουφάει τον αρχηγό των Saints.

Και ενώ όλοι είναι σαστισμένοι, ο Johnny Gat και η Kinzie Kensington (οι δυο πρωταγωνιστές του expansion) αποφασίζουν να εισχωρήσουν στην ίδια πύλη, ώστε να σώσουν το αφεντικό τους. Φτάνοντας στην κόλαση, ξεκινάει παράλληλα και η (μικρή) τους περιοδεία στις γειτονιές του σατανά, ο οποίος κρύβεται πίσω από όλα τα μυστήρια και τις πλεκτάνες. Αξίζει να σημειωθεί πως ολόκληρη η ιστορία του τίτλου -καθώς και μερικά cinematics- “ξετυλίγονται” με εξαιρετικό τρόπο μέσω μιας ιδιαίτερης αφήγησης, παρουσιάζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα διαδραστικό παραμύθι που περιλαμβάνει μέχρι και musical σκηνές (σαφέστατα επηρεασμένες από το έργο Bat out of Hell του Meat Loaf) ενώ τα πολλά εναλλακτικά τέλη της ιστορίας δίνουν την δυνατότητα να τελειώσετε την περιπέτειά σας με όποιον τρόπο θα θελήσετε εσείς.
Ο στόχος σας μέσα στο παιχνίδι μπορεί να ακούγεται πολύ απλός, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρίσει έτσι. Για να έρθει κάποιος αντιμέτωπος με τον βασιλιά της κολάσεως, προφανώς και χρειάζεται πρώτα να του τραβήξει την προσοχή. Το παιχνίδι περιλαμβάνει μια μπάρα, η οποία χωρίζεται σε τρία κομμάτια και αντιστοιχεί στην “οργή του σατανά”. Οπότε, για να μπορέσετε να λύσετε τις διαφορές σας μαζί του, θα πρέπει αρχικά να γεμίσετε τη μπάρα αυτήν μέσω των πολλών θεματικών side και main quests. Βέβαια, οι αποστολές αυτές δεν απευθύνονται σε κοινούς θνητούς, αλλά σε άτομα με δυνάμεις και ικανότητες αρκετά μεγάλες, ώστε να προκαλέσουν τον κατάλληλο “χαμό” στην κόλαση. Και για να γίνει ο παίκτης αυτό το άτομο, πρέπει πρώτα να βρει τους κατάλληλους συμμάχους, που θα τον προμηθεύσουν με τις κατάλληλες υπεράνθρωπες δυνάμεις, οι οποίες θα είναι ικανές να αντικαταστήσουν κάθε είδους όπλο και όχημα από τους προηγούμενους τίτλους.

Η μεγαλύτερη προσθήκη που έγινε σε αυτό το επεισόδιο είναι τα φτερά αγγέλου που προμηθεύεται ο παίκτης από τα πρώτα κιόλας λεπτά και του δίνουν την ελευθερία να αιωρείται χωρίς περιορισμούς, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που θα του τελειώσει η stamina. Όσο αφορά τα όπλα, αν και έγιναν προσθήκες, θα ήταν προτιμότερο τα όπλα να είχαν μια “γεύση” από κόλαση, παρόλα αυτά οι δώδεκα διαφορετικές υπερδυνάμεις του παίκτη μετριάζουν τη συγκεκριμένη έλλειψη. Όπως καταλαβαίνετε, οι υπερδυνάμεις παίζουν καθοριστικό ρόλο στις αποστολές αυτού του action, open world/ sandbox τίτλου, και αυτός είναι ο λόγος που έχουν το δικό τους ξεχωριστό level-up system, το οποίο όμως συνυπάρχει αρμονικά με το απλό level-up σύστημα που είχαμε γνωρίσει στους προηγούμενους τίτλους. Μοναδική διαφορά είναι πως, για να αναβαθμίσετε τις δυνάμεις σας, πρέπει να μαζεύετε τις ψυχές που υπάρχουν διασκορπισμένες στην κόλαση.
Περνώντας στο μέρος που λαμβάνει χώρα η ιστορία του Gat out of Hell, πρέπει να αναφερθεί πως ολόκληρο το περιβάλλον έχει δημιουργηθεί από την αρχή, ώστε να αντικατοπτρίζει “ορθά” την κόλαση, με φωτιές, κατεστραμμένα κτήρια, σημεία πλημμυρισμένα με λάβα περιτριγυρισμένη με βράχια, και όλα αυτά με την ίδια μηχανή γραφικών και το ίδιο οπτικό αποτέλεσμα που είχε πετύχει το Saints Row IV. Βέβαια, η κεντρική ιδέα στη δόμηση της κόλαση είναι παρόμοια με αυτήν της πόλης από το τέταρτο μέρος της σειράς, με αισθητές όμως αλλαγές, όπως την αντικατάσταση των πολιτών με αμαρτωλές περιπλανώμενες ψυχές, που φρουρούνται από δαίμονες αστυνομικούς με monster cars…

Η μοναδική έλλειψη που παρατηρήθηκε στο συγκεκριμένο τομέα είναι η αίσθηση των βασανιστηρίων και του τρόμου που έπρεπε να περιείχε η πόλη στους δρόμους της, ώστε να προσέδιδε από μόνη της τον τίτλο “Κόλαση”. Η δικαιολογία για την έλλειψη αυτή μπορεί να έρθει με την κρίση ότι αίσθηση του τρόμου δεν είναι ταιριαστή με το “κάφρικο” ύφος της σειράς Saints Row. Από εκεί και πέρα, το πακέτο επέκτασης κάνει καλά ό,τι και αν επιχειρεί. Διαθέτει το γνωστό, παλαβό, αλλά απολύτως λειτουργικό σύστημα μάχης του Saints Row IV, προσφέρει πλήρη ελευθερία κινήσεων σε έναν καλοσχεδιασμένο, ανοικτό χάρτη, διαθέτει όμορφα (αν και σίγουρα παρωχημένα) γραφικά, απίθανο χιούμορ και μια γενικότερη αίσθηση μοναδικότητας.
Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε πως το Saints Row: Gat out of Hell αποτελεί μια μοναδική Saints Row εμπειρία και όχι μόνο, αφήνοντας όμως στον παίκτη ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς η διάρκειά του, που φτάνει τις τρεις ώρες δεν είναι αρκετή. Αυτός είναι και ο λόγος που ο τίτλος αφήνει τον παίκτη με το ερώτημα: “Πότε κυκλοφορεί η συνέχεια;”.
Το review βασίστηκε στην PC έκδοση του παιχνιδιού.