Super Meat Boy 3D | Review

Προτιμούμε το Super Meat Boy 2D.

Κάποτε, το μακρινό 2010, το Super Meat Boy αποτελούσε ένα από τα πρώτα μεγάλα ονόματα της νεαρής, ακόμα, indie σκηνής. Μία εποχή που μία περίπτωση σαν το Super Meat Boy ήταν όχι μόνο φρέσκια αλλά ιδιαίτερα πρωτότυπη, με όμορφη pixel art, μία τεχνοτροπία που ακόμα δεν είχε κατακλύσει τα indies και ένα σαδιστικό, άκρως γρήγορο και εθιστικό platforming στήσιμο, πολύ πριν το πολυβραβευμένο Celeste.

Είχε κυκλοφορήσει την κατάλληλη στιγμή, με τους κατάλληλους δημιουργούς, κερδίζοντας μία περίοπτη θέση ανάμεσα από διάφορες επιφανείς indie δημιουργίες. Μία περίπτωση επίσης που, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε τη βάση για να οδηγήσει σε ένα ανεξίτηλο franchise.

Ο ένας εκ των δύο δημιουργών, ο Edmund McMillen, είχε μάλλον τη διορατικότητα να δοκιμάσει την τύχη του σε άλλα μονοπάτια, προσφέροντας έναν ακόμα εμβληματικό τίτλο, αυτήν τη φορά για τα roguelikes, το The Binding of Isaac, ενώ φέτος κυκλοφόρησε τη διασκεδαστικότατη και αλλόκοτη περίπτωση του Mewgenics.

Ο έτερος δημιουργός, ο Tommy Refenes, επέμεινε στο Super Meat Boy, δίνοντάς μας το Super Meat Boy Forever, ένα ιδιαίτερα μέτριο auto-runner. Μερικά χρόνια μετά συμμετείχε με συμβουλευτικό ρόλο στην 3D εκδοχή, με το Super Meat Boy 3D. Η εναλλαγή στο τρισδιάστατο περιβάλλον μάς μεταφέρει σε παλιότερες εποχές, όταν διάφορα δισδιάστατα παιχνίδια “έπρεπε” να κάνουν τη μετάβαση στις τρεις διαστάσεις, σε μία -απέλπιδα πολλές φορές- προσπάθεια να εκμοντερνιστούν.

Στο σήμερα, θα λέγαμε ότι το Super Meat Boy 3D αποτελεί άλλη μία απόδειξη ότι αυτή η αλλαγή δεν αρκεί για να δείξει κάποιας μορφής εξέλιξη. Η αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον διατηρεί σε αρκετά καλό βαθμό το DNA του αρχικού Super Meat Boy όσον αφορά στο περιεχόμενό του. Περιλαμβάνει μία χορταστική ποικιλία από επίπεδα, διάρκειας μικρότερης του ενός λεπτού, παραμένοντας πιστό στην arcade, γρήγορη και σαδιστικά δύσκολη φύση του πρώτου παιχνιδιού.

Αλυσοπρίονα, καρφιά, οξέα και διάφορες άλλες παγίδες έρχονται να μας κάνουν τη ζωή δύσκολη, με τον τερματισμό της πίστας ωστόσο να βρίσκεται πάντοτε σε απόσταση αναπνοής. Επιπλέον, υπάρχει πολύ μεγάλο replayability, μέσα από το κυνήγι των βαθμολογιών Α+ που μπορεί να κερδίσει κανείς με καλό χρόνο, καθώς και την εύρεση των collectibles, που έρχονται με τη μορφή hanzaplast, ένα εκ των οποίων βρίσκεται κρυμμένο σε κάθε πίστα.

Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, υπάρχει και ο λεγόμενος Dark World (όπως και στο πρώτο Super Meat Boy), ο οποίος μας φέρνει σε πιο δύσκολες εκδοχές των επιπέδων του κανονικού κόσμου. Με λίγα λόγια, το Super Meat Boy 3D έρχεται με έναν χορταστικό όγκο επιπέδων, ένας φαινομενικά οξύμωρος χαρακτηρισμός όταν η διάρκεια δεν ξεπερνάει τις 5-6 ώρες, αλλά για το καταιγιστικό ύφος του παιχνιδιού είναι σίγουρα ταιριαστός.

Ως εδώ όλα καλά για τους φίλους του Super Meat Boy και για όσους αρέσκονται σε δύσκολα platformers. Όμως, δεν αρκεί μόνο το παραπάνω. Όπως ίσως έχετε ήδη μαντέψει, εκεί που το Super Meat Boy 3D τα χαλάει είναι στο κομμάτι του χειρισμού, δηλαδή το πιο νευραλγικό σημείο οποιουδήποτε platformer και δη ενός που επιθυμεί να έχει υψηλό βαθμό πρόκλησης και απαίτηση για γρήγορες κινήσεις σε κλάσματα του δευτερολέπτου.

Με λίγα λόγια, η μεταφορά του παιχνιδιού στις τρεις διαστάσεις – πολύ απλά – δεν λειτουργεί καλά. Το καίριο ατόπημά του εντοπίζεται στην αδυναμία του να προσδώσει επαρκώς την αίσθηση του βάθους. Η δράση λαμβάνει χώρα συνήθως από το πλάι και με μία γωνία λήψης που είναι το λιγότερο προβληματική καθώς πολύ συχνά δεν μας επιτρέπει να καταλάβουμε που ακριβώς βρισκόμαστε στον άξονα Ζ.

Με άλλα λόγια, υπήρχαν πολυάριθμες περιπτώσεις ακόμα και έπειτα από αρκετή ενασχόληση, απλά χάναμε κάποια πλατφόρμα επειδή νομίζαμε ότι ήμασταν στο ύψος της, μόνο τελικά για να πέσουμε στο κενό. Το ίδιο συνέβαινε και με διάφορες παγίδες, που ενώ νομίζαμε ότι τις αποφεύγαμε τελικά απλά πέφταμε πάνω τους.

Ως εκ τούτου, αν και υπήρχαν διάφορες στιγμές που μπορεί να νοιώθαμε ότι πετυχαίναμε έναν άθλο όταν φτάναμε στην πολυπόθητη γραμμή τερματισμού – έπειτα από αλλεπάλληλες προσπάθειες – υπήρχαν πολύ περισσότερες περιπτώσεις όπου απλά εκνευριζόμασταν λόγω των άδικων θανάτων. Ας πούμε ότι μόνο ευχάριστο δεν ήταν να παλεύουμε όχι μόνο με τα πολυάριθμα εμπόδια και τους ελιγμούς στα κλάσματα του δευτερολέπτου, αλλά και με τον ακόμα πιο θανάσιμο κίνδυνο, δηλαδή την ελλιπή αίσθηση του βάθους.

Πέραν των παραπάνω, ο ίδιος ο σχεδιασμός δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο. 15 χρόνια μετά το πρώτο παιχνίδι, το Super Meat Boy 3D δείχνει ως ένα αρκετά αδιάφορα τρισδιάστατο platformer, δίχως κάποια ιδιαιτερότητα εικαστικά και -πολύ περισσότερο- τεχνικά στο σχεδιασμό του, καταλήγοντας υποδεέστερο σε σχέση με την ελκυστικά ρετρό αισθητική του αρχικού Super Meat Boy και το μαύρο χιούμορ που το διακατείχε.

Το παραπάνω πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο εμφανές στις λιγοστές κρυφές “ρετρό” πίστες, που υποτίθεται ότι μας μεταφέρουν σε παλιότερες εποχές τρισδιάστατων platformers, καταλήγοντας απλά ως “άσχημα” επίπεδα, αποτυγχάνοντας στην οποιαδήποτε απόπειρα νοσταλγίας ή σάτιρας. Το τελευταίο έρχεται και πάλι σε αντίθεση με αυτό που κατάφερνε το αρχικό Super Meat Boy, οι ρέτρο πίστες του οποίου πετύχαιναν στην απόδοση ενός σκηνικού που φαινόταν να προέρχεται από το GameBoy.

Δυστυχώς, το Super Meat Boy 3D τελικά δεν καταφέρνει τίποτα περισσότερο από το να είναι η σκιά ενός κλασικού indie τίτλου και μία υπενθύμιση, που δεν χρειαζόταν τη σημερινή εποχή, πως η μετάβαση από τις δύο στις τρεις διαστάσεις δεν μεταφράζεται ως εξέλιξη ενός παιχνιδιού.

Το Super Meat Boy 3D κυκλοφορεί από τις 31/3/26 για PS5, PC, Switch 2 και Xbox Series. Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για PC με review code που λάβαμε από την Tech Meat.

Νικόλας Μαρκόγλου
Νικόλας Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από το Atari 2600 που εμφανίστηκε ένα ωραίο πρωινό στο σαλόνι. Έκτοτε, το πάθος για τα βιντεοπαιχνίδια εκτοξεύθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς. Ο κινηματογράφος είναι η δεύτερη αγάπη του και παρακολουθεί συχνά ταινίες από την εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα σύγχρονα blockbusters του Hollywood.

Άρθρα: 1448

Υποβολή απάντησης